Ιερά Μητρόπολις Μάνης

  • Full Screen
  • Wide Screen
  • Narrow Screen
  • Increase font size
  • Default font size
  • Decrease font size

kentro

Anastasis

Ἀ­φι­έ­ρω­μα στὴν Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα

Τὴ Με­γά­λη Δευ­τέ­ρα τι­μᾶ­με μί­α με­γά­λη προ­σω­πι­κό­τη­τα τῆς Π.Δ. τὸν Ἰ­ω­σὴφ τὸν Πάγ­κα­λο, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι ὁ ἴ­διος, μὲ τὰ ἄ­δι­κα πα­θή­μα­τά του, τύ­πος τοῦ Χρι­στοῦ καὶ ἐ­πί­σης ἐν­θυ­μού­μα­στε τὸ γε­γο­νὸς τῆς «ξη­ραν­θεί­σης συ­κῆ­ς» ἀ­πὸ τὸν Κύ­ρι­ο. Τὴ Με­γά­λη Δευ­τέ­ρα προ­βάλ­λε­ται ἡ ὑ­πέ­ρο­χη μορ­φὴ τοῦ Παγ­κά­λου Ἰ­ω­σήφ, για­τί αὐ­τὸς σύμ­φω­να μὲ τοὺς Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, ἀ­πο­τε­λεῖ προ­τύ­πω­ση καὶ εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ. Ὅ­πως ὁ Κύ­ρι­ος ὑ­πέ­φε­ρε ἄ­δι­κα ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀν­θρώ­πι­νης κα­κί­ας, τὸ ἴ­διο καὶ ἐ­κεῖ­νος ὑ­πέ­φε­ρε ἐ­ξαι­τί­ας τῆς κα­κί­ας τῶν ἀ­δελ­φῶν του καὶ ἔ­δει­ξε ὅ­πως καὶ ὁ Χρι­στὸς ἀ­πέ­ραν­τη ἀ­νε­ξι­κα­κί­α. Ἐ­πί­σης τὴν ἡ­μέ­ρα αὐ­τὴ κά­νου­με ἀ­νά­μνη­ση τοῦ δι­δα­κτι­κοῦ γε­γο­νό­τος τῆς ξη­ραν­θεί­σης συ­κῆς ἀ­πὸ τὸν Κύ­ρι­ο πὸ συ­νέ­βη­κε σύμ­φω­να μὲ τὰ ἱ­ε­ρὰ Εὐ­αγ­γέ­λι­α τὴν ἑ­πο­μέ­νη ἡ­μέ­ρα τῆς θρι­αμ­βευ­τι­κῆς Του εἰ­σό­δου στὴν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ. Μὴ βρί­σκον­τας καρ­πὸ στὸ δέν­δρο τὸ κα­τα­ρά­στη­κε καὶ αὐ­τὸ ἀ­μέ­σως ξε­ρά­θη­κε, θέ­λον­τας νὰ μᾶς δι­δά­ξει μὲ τὸν τρό­πο αὐ­τό, πὼς καὶ ἐ­μεῖς ἂν δὲν πα­ρά­γου­με πνευ­μα­τι­κοὺς καρ­πούς, μᾶς πε­ρι­μέ­νει ὁ αἰ­ώ­νι­ος θά­να­τος! Ἐ­πί­σης ἡ ἄ­καρ­πος συ­κῆ συμ­βο­λί­ζει καὶ τὴν ἰ­ου­δα­ϊ­κὴ Συ­να­γω­γή, καὶ γε­νι­κό­τε­ρα τὴν ἰ­ου­δα­ϊ­κὴ θρη­σκεί­α, ἡ ὁ­ποί­α δὲν εἶ­χε πλέ­ον νὰ πα­ρου­σιά­σει κα­μι­ὰ πνευ­μα­τι­κὴ ὑ­πη­ρε­σί­α στὸ λα­ό, μᾶλ­λον ἀρ­νη­τι­κὲς ὑ­πη­ρε­σί­ες προ­σέ­φε­ρε καὶ γι’ αὐ­τὸ στη­λι­τεύ­τη­κε ἔν­το­να ἀ­πὸ τὸν Κύ­ρι­ο. Οἱ ἅ­γι­οι Πα­τέ­ρες ὅ­ρι­σαν νὰ κά­νου­με μνεί­α τὴν Μ. Δευ­τέ­ρα ἀφ’ ἑ­νὸς μὲν τοῦ δι­καί­ου Ἰ­ω­σὴφ καὶ ἀφ’ ἑ­τέ­ρου τοῦ γε­γο­νό­τος τῆς ξη­ραν­θεί­σης συ­κῆς γιὰ νὰ μι­μη­θοῦ­με καὶ ἐ­μεῖς τὸν Πάγ­κα­λο Ἰ­ω­σὴφ στὴν ἀ­ρε­τὴ καὶ νὰ ἀ­πο­φύ­γου­με τὴν ἄ­καρ­πη συ­κῆ καὶ νὰ στο­λι­σθοῦ­με μὲ ἀ­ρε­τὲς καὶ πνευ­μα­τι­κοὺς καρ­πούς, προ­κει­μέ­νου νὰ ἀ­κο­λου­θή­σου­με τὸν Κύ­ρι­ο στὸ σω­τή­ρι­ο Πά­θος Του.

Τὴ Με­γά­λη Τρί­τη ἐν­θυ­μού­μα­στε τὴν πα­ρα­βο­λὴ τῶν Δέ­κα Παρ­θέ­νων ποὺ ἔ­χει ὑ­ψί­στη ση­μα­σί­α γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α μας.

Ἡ Ὑ­μνο­γρα­φί­α τῆς ἡ­μέ­ρας εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη σὲ δύ­ο βα­σι­κὰ θέ­μα­τα, στὴν πα­ρα­βο­λὴ τῶν δέ­κα παρ­θέ­νων καὶ στὴν καλ­λι­έρ­γει­α τῶν τα­λάν­των, ποὺ χα­ρί­ζει στὸν κα­θέ­να μας ὁ Θε­ός. Προ­βαί­νον­τος τοῦ Πά­θους, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μᾶς κα­λεῖ νὰ στρέ­ψου­με τὴν προ­σο­χή μας στὰ ἔ­σχα­τα, εἴ­τε αὐ­τὰ γιὰ τὸν κα­θέ­να μᾶς ἔρ­χον­ται τὴν ὥ­ρα τοῦ θα­νά­του, εἴ­τε ἀ­να­φέ­ρον­ται στὴν τε­λεί­ω­ση τοῦ κό­σμου κα­τὰ τὴ Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α. Οἱ ὕ­μνοι ποὺ ψάλ­λον­ται εἶ­ναι πο­λὺ δι­δα­κτι­κοὶ καὶ συγ­κι­νη­τι­κοί.

«Ἰ­δοὺ ὁ Νυμ­φί­ος ἔρ­χε­ται ἐν τῷ μέ­σω τῆς νυ­κτὸς καὶ μα­κά­ρι­ος ὁ δοῦ­λος, ὂν εὐ­ρή­σει γρη­γο­ρούν­τα· ἀ­νά­ξι­ος δὲ πά­λιν, ὂν εὐ­ρή­σει ρα­θυ­μούν­τα. Βλέ­πε, οὒν ψυ­χή μου, μὴ τῷ ὕ­πνω κα­τε­νε­χθῆς, ἴ­να μὴ τῷ θα­νά­τω πα­ρα­δο­θῆς, καὶ τῆς Βα­σι­λεί­ας ἔ­ξω κλει­σθῆς· ἀλ­λὰ ἀ­να­νη­ψον κρά­ζου­σα· Ἅ­γι­ος, ἅ­γι­ος, ἅ­γι­ος εἰ ὁ Θε­ὸς ἠ­μῶν, πρε­σβεί­αις τοῦ Προ­δρό­μου, σῶ­σον ἡ­μᾶς».

Τὴ Μεγάλη Τε­τάρ­τη τι­μᾶ­με τὴ με­τά­νοι­α τῆς ἁ­μαρ­τω­λῆς γυ­ναι­κός, ἡ ὁ­ποί­α ἄ­λει­ψε μὲ μύ­ρο ἀ­πὸ εὐ­γνω­μο­σύ­νη τὰ πό­δια τοῦ Κυ­ρί­ου, λί­γο πρὶν τὸ Πά­θος Του.

Τῇ Ἁ­γί­ᾳ καὶ Με­γά­λη Τε­τάρ­τη τῆς ἀ­λει­ψά­σης τὸν Κύ­ρι­ον μύ­ρω πόρ­νης γυ­ναι­κὸς μνεί­αν ποι­εῖ­σθαι οἱ θει­ό­τα­τοι πα­τέ­ρες ἐ­θέ­σπι­σαν, ὅ­τι πρὸ τοῦ σω­τη­ρί­ου πά­θους μι­κρὸν τοῦ­το γέ­γο­νε”… Οἱ ἅ­γι­οι πα­τέ­ρες ὅ­ρι­σαν νὰ θυ­μό­μα­στε καὶ νὰ τι­μᾶ­με αὐ­τὴ τὴ μέ­ρα μί­α ἁ­μαρ­τω­λὴ γυ­ναί­κα, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ με­τα­νο­ή­σει εἰ­λι­κρι­νὰ καὶ ἐ­ξω­τε­ρι­κεύ­ον­τας αὐ­τὴ τὴ σω­τή­ρι­α πα­ρόρ­μη­σή της ἄ­λει­ψε τὰ πό­δια τοῦ ἐ­λε­ή­μο­να Χρι­στοῦ μὲ πο­λύ­τι­μο μύ­ρο. Ἐ­πει­δὴ ἡ με­τά­νοι­α εἶ­ναι βα­σι­κὴ προ­ϋ­πό­θε­ση γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α κά­θε ἀν­θρώ­που, ἡ με­γά­λη με­τά­νοι­α τῆς γυ­ναι­κὸς αὐ­τῆς ἀ­πο­τε­λεῖ λαμ­πρὸ πα­ρά­δειγ­μα γιὰ κά­θε πι­στὸ καὶ ἐ­πει­δὴ τὸ γε­γο­νὸς τῆς με­τά­νοι­ας εἶ­ναι ἕ­νας δύ­σκο­λος ἀ­γώ­νας καὶ ἕ­να ἐ­πώ­δυ­νο πά­θος αὐ­το­τα­πεί­νω­σης, κα­θό­ρι­σαν οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, νὰ εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη ἡ προ­η­γού­με­νη ἡ­μέ­ρα πρὶν τὴ σύλ­λη­ψη τοῦ Κυ­ρί­ου στὴν με­τά­νοι­α τῆς πόρ­νης γυ­ναι­κός. Τὸ γε­γο­νὸς αὐ­τὸ τὸ δι­έ­σω­σαν καὶ οἱ τέσ­σε­ρις Εὐ­αγ­γε­λι­στὲς (Μάτθ.κστ΄6-13, Μάρκ.ιδ΄3-9, Λούκ.ζ΄36-50, Ἰ­ω­άν.ιβ΄1-8) μὲ κά­ποιες μι­κρο­δι­α­φο­ρὲς στὶς δι­η­γή­σεις τους. Ἀ­να­λυ­τι­κό­τε­ρη καὶ σα­φέ­στε­ρη εἶ­ναι ἐ­κεί­νη τοῦ Λου­κᾶ. Ὁ Χρι­στὸς λί­γο πρὶν τὸ πά­θος Του, με­τὰ τὴν ἀ­νά­στα­ση τοῦ Λα­ζά­ρου, σὲ κά­ποια πό­λη προ­σκλή­θη­κε νὰ δει­πνή­σει στὸ σπί­τι κά­ποιου πλου­σί­ου Φα­ρι­σαί­ου, ὀ­νό­μα­τι Σί­μω­νος. Καὶ ἐ­νῶ συ­νέ­τρω­γε ὁ Χρι­στὸς μὲ τοὺς συν­δαι­τυ­μό­νες του, μπῆ­κε στὴν οἰ­κί­α μί­α ἁ­μαρ­τω­λὴ γυ­ναί­κα, γνω­στὴ πόρ­νη τῆς πε­ρι­ο­χῆς, ἔ­χον­τας στὰ χέ­ρια τῆς ἀ­κρι­βό­τα­το ἀγ­γεῖ­ο γε­μά­το μὲ πο­λύ­τι­μο καὶ πα­νά­κρι­βο μύ­ρο. Πλη­σί­α­σε τὸ Χρι­στό, ἔ­χυ­σε ἕ­νας μέ­ρος ἀ­πὸ τὸ μύ­ρο στὴν κε­φα­λὴ καὶ τὸ σῶ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου καὶ μὲ τὸ ὑ­πό­λοι­πο καὶ τὰ ἀ­στα­μά­τη­τα δά­κρυ­ά της ἔ­βρε­χε καὶ ἔ­πλυ­νε τὰ πό­δια τοῦ Χρι­στοῦ. Τέ­λος ἔ­λυ­σε τὴν πλού­σι­α πλε­ξού­δα τῶν μαλ­λιῶν της καὶ ἄρ­χι­σε νὰ σκου­πί­ζει τὰ ἄ­χραν­τα πό­δια τοῦ Δα­σκά­λου. Ὁ Χρι­στὸς ἔ­μει­νε ἀ­τά­ρα­χος, ὄ­χι ὅ­μως καὶ οἱ πα­ρα­βρι­σκό­με­νοι. Ὁ μὲν οἰ­κο­δε­σπό­της φα­ρι­σαῖ­ος σκαν­δα­λί­σθη­κε μὲ τὴ θέ­α τῆς πόρ­νης καὶ ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ τὸ ἄγ­γιγ­μά της στὸ σῶ­μα τοῦ Ἰ­η­σοῦ. Δι­ε­ρω­τό­ταν, πὼς εἶ­ναι δυ­να­τόν, προ­φή­της ὄν­τας, ὁ κα­λε­σμέ­νος τοῦ ρα­βί­νος νὰ μὴν δι­α­γνώ­σει ὅ­τι ἡ γυ­ναί­κα αὐ­τὴ εἶ­ναι ἁ­μαρ­τω­λὴ καὶ νὰ μὴν τὴ δι­ώ­ξει κα­κεῖν κα­κῶς, ὅ­πως θὰ ἔ­κα­νε ὁ ἴ­διος καὶ οἱ ὅ­μοι­οί του φα­ρι­σαῖ­οι. Ὁ φι­λάρ­γυ­ρος καὶ ἀ­νά­ξι­ος μα­θη­τὴς τοῦ Χρι­στοῦ, ὁ Ἰ­ού­δας ὁ Ἰ­σκα­ρι­ώ­της, μέ­τρη­σε τὴ με­γά­λη ἀ­ξί­α τοῦ μύ­ρου, τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­τὰ τὴ γνώ­μη του «πῆ­γε χα­μέ­νο», ἐ­νῶ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ που­λη­θεῖ καὶ νὰ δο­θεῖ δῆ­θεν στοὺς φτω­χούς. Οὐ­σι­α­στι­κὰ ὅ­μως ὁ μέλ­λων προ­δό­της μα­θη­τὴς δὲν ἐν­δι­α­φέ­ρον­ταν γιὰ τοὺς φτω­χούς, ἀλ­λὰ γιὰ τὴ δι­κή του τσέ­πη, για­τί ἦ­ταν κλέ­φτης. Ὁ Χρι­στὸς ἔ­δω­σε ἀ­πάν­τη­ση καὶ στοὺς δύ­ο «σκαν­δα­λι­σθέν­τε­ς» ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς αὐ­τό. Στὸν μὲν φα­ρι­σαῖ­ο ἀ­πάν­τη­σε πὼς ἡ γυ­ναί­κα αὐ­τὴ ἔ­δω­σε πε­ρίσ­σια καὶ ἐγ­κάρ­δι­α πε­ρι­ποί­η­ση, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ αὐ­τὸν ποὺ τὸν κά­λε­σε προ­φα­νῶς τυ­πι­κὰ καὶ ἐ­πι­δει­κτι­κὰ στὸ σπί­τι του. Στὸν δὲ δό­λι­ο Ἰ­ού­δα ἀ­πάν­τη­σε πὼς τοὺς φτω­χοὺς θὰ τοὺς ἔ­χουν πάν­το­τε μα­ζί τους καὶ ἔ­χουν χρέ­ος καὶ κα­θῆ­κον νὰ τοὺς ἐ­λε­οῦν, ὅ­μως τὸ μύ­ρο ἐ­τοῦ­το εἶ­ναι δω­ρε­ὰ μί­ας πο­νε­μέ­νης καρ­διᾶς πρὸς τὸν ἐ­λε­ή­μο­να Κύ­ρι­ό του κό­σμου. Τὸ πο­λύ­τι­μο μύ­ρο ἦ­ταν μί­α μι­κρὸ δεῖγ­μα τῆς με­γά­λης με­τά­νοι­ας καὶ εὐ­γνω­μο­σύ­νης αὐ­τῆς τῆς γυ­ναί­κας. Ἔ­τσι γύ­ρι­σε τέ­λος πρὸς αὐ­τὴ καὶ τῆς εἶ­πε: « ἀ­φέ­ον­ταί σου αἱ ἁ­μαρ­τί­αι… ἡ πί­στις σου σέ­σω­σε σέ, πο­ρεύ­ου εἰς εἰ­ρή­νη­ν». Τὰ τε­λευ­ταί­α αὐ­τὰ λό­γι­α ἐ­ξόρ­γι­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρό τους συγ­κεν­τρω­μέ­νους, Ποῖ­ος εἶ­ναι αὐ­τὸς ποῦ μπο­ρεῖ νὰ συγ­χω­ρεῖ ἁ­μαρ­τί­ες ;

Τὴ Μεγάλη Πέμ­πτη ἑ­ορ­τά­ζου­με τὰ σω­τή­ρι­α γε­γο­νό­τα ποὺ συ­νέ­βη­καν κα­τὰ τὴ δι­άρ­κει­α τοῦ Μυ­στι­κοῦ Δεί­πνου, τὸν ἱ­ε­ρὸ Νι­πτή­ρα, τὴν πα­ρά­δο­ση τῆς Θεί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας, τὴν Ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κὴ Προ­σευ­χὴ τοῦ Κυ­ρί­ου καὶ τὴν Προ­δο­σί­α τοῦ Ἰ­ού­δα. Τῇ Ἁ­γί­ᾳ καὶ Με­γά­λη Πέμ­πτη οἱ τὰ πάν­τα κα­λῶς δι­α­τα­ξά­με­νοι θεῖ­οι πα­τέ­ρες ἀλ­λη­λο­δι­α­δό­χως ἐκ τὲ τῶν θεί­ων ἀ­πο­στό­λων καὶ τῶν ἱ­ε­ρῶν Εὐ­αγ­γε­λί­ων πα­ρα­δε­δώ­κα­σιν ἡμῖν τέσ­σε­ρα τι­νὰ ἐ­ορ­τά­ζειν, τὸν ἱ­ε­ρὸν Νι­πτή­ρα, τὸν Μυ­στι­κὸν Δεῖ­πνον (δη­λα­δὴ τὴν πα­ρά­δο­σιν τῶν καθ’ ἠ­μᾶς φρι­κτῶν μυ­στη­ρί­ων), τὴν ὑ­περ­φυ­ὰ προ­σευ­χὴν καὶ τὴν προ­δο­σί­αν αὐ­τή­ν”. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ συ­να­ξά­ρι τῆς Μ.Πέμ­πτης. Ἀ­πὸ σή­με­ρα μπαί­νου­με στὴν τε­λι­κὴ εὐ­θεί­α γιὰ τὸ Θεῖ­ο Πά­θος. Τὴν Μ. Πέμ­πτη οἱ θεῖ­οι πα­τέ­ρες κα­θό­ρι­σαν νὰ ἑ­ορ­τά­ζου­με τὰ με­γά­λα γε­γο­νό­τα ποὺ συ­νέ­βη­καν τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ ὁ Χρι­στὸς μας συ­νε­λή­φθη­κε ἀ­πὸ τοὺς ἀ­νό­μους ἐ­χθρούς Του. Σύμ­φω­να μὲ τὰ ἱ­ε­ρὰ Εὐ­αγ­γέ­λι­α τὴν Πέμ­πτη ἡ­μέ­ρα ἐ­κεί­νης τῆς ἑ­βδο­μά­δος ὁ Κύ­ρι­ος, ὡς Θε­ός, γνω­ρί­ζον­τας τὰ μέλ­λον­τα νὰ συμ­βοῦν θέ­λη­σε νὰ δει­πνή­σει γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ μὲ τοὺς ἀ­γα­πη­μέ­νους Τοῦ μα­θη­τές. Γι’ αὐ­τὸ ὀρ­γά­νω­σε τρα­πέ­ζι σὲ κά­ποιο ὑ­πε­ρῶ­ο τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ. Ὁ δεῖ­πνος αὐ­τὸς ἔ­γι­νε τὴν Πέμ­πτη τὸ βρά­δυ, ὀ­νο­μά­ζε­ται δὲ Μυ­στι­κὸς Δεῖ­πνος ἐ­πει­δὴ κα­τὰ τὴ δι­άρ­κει­ά του ἔ­λα­βαν χώ­ρα σπου­δαι­ό­τα­τα γε­γο­νό­τα ποὺ ἔ­χουν σχέ­ση μὲ τὴ σω­τη­ρί­α μας, ἀ­κα­τα­νό­η­τα στὸ ἀν­θρώ­πι­νο μυα­λό.

Τὴν Μεγάλη Πα­ρα­σκευ­ὴ προ­σκυ­νοῦ­με τὰ ἅ­γι­α καὶ σω­τή­ρι­α καὶ φρι­κτὰ Πά­θη τοῦ Κυ­ρί­ου μας. Τῇ Ἁ­γί­ᾳ καὶ Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ὴ τὰ Ἅ­γι­α καὶ Φρι­κτὰ Πά­θη τοῦ Κυ­ρί­ου καὶ Θε­οῦ καὶ Σω­τῆ­ρος ἠ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ ἐ­πι­τε­λοῦ­μεν· τοὺς ἐμ­πτυ­σμούς, τὰ ρα­πί­σμα­τα, τὰ κο­λα­φί­σμα­τα, τὰς ὕ­βρεις, τοὺς γέ­λω­τας, τὴν πορ­φυ­ρὰν χλαί­ναν, τὸν κά­λα­μον, τὸν σπόγ­γον, τὸ ὄ­ξος, τοὺς ἥ­λους, τὴν λόγ­χην, καὶ πρὸ πάν­των τὸν σταυ­ρὸν καὶ τὸν θά­να­τον, ἃ δὶ’ ἠ­μᾶς ἐ­κῶν κα­τε­δέ­ξα­το· ἔ­τι δὲ καὶ τὴν τοῦ εὐ­γνώ­μο­νος λη­στοῦ, τοῦ συ­σταυ­ρω­θέν­τος αὐ­τῶ, σω­τή­ρι­ον ἐν τῷ σταυ­ρῶ ὁ­μο­λο­γί­α­ν».

Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ή, ἡ­μέ­ρα γε­νι­κοῦ πέν­θους καὶ θρή­νου γιὰ ἑ­κα­τομ­μύ­ρι­α πι­στούς. Ἡ­μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της νη­στεί­ας, προ­σευ­χῆς καὶ πε­ρι­συλ­λο­γῆς. Ὁ Βα­σι­λεὺς τῶν Βα­σι­λευ­όν­των καὶ Κύ­ρι­ος τῶν Κυ­ρι­ευ­όν­των βρί­σκε­ται κρε­μα­σμέ­νος ἐ­πὶ τοῦ ξύ­λου ὡς κα­κοῦρ­γος. Ἡ ἀν­θρώ­πι­νη κα­κί­α ἔ­φτα­σε στὸ ἔ­σχα­το ση­μεῖ­ο τῆς πτώ­σης της, ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­γι­νε θε­ο­κτό­νος!

…Ἡ Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ὴ εἶ­ναι μί­α ξε­χω­ρι­στὴ ἡ­μέ­ρα γιὰ τοὺς ὀρ­θο­δό­ξους πι­στούς. Γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι τὸ σε­πτὸ θεῖ­ο πά­θος λει­τούρ­γη­σε λυ­τρω­τι­κὰ γιὰ μας. Λυ­πού­μα­στε γιὰ τὰ ἁ­μαρ­τή­μα­τά μας, γιὰ τὴν κα­τά­πτω­σή μας καὶ προ­παν­τὸς γιὰ τὴν θε­ο­κτο­νί­α. Πα­ράλ­λη­λα ὅ­μως χαι­ρό­μα­στε ποὺ ἡ Με­γά­λη Θυ­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ ἔ­γι­νε αἰ­τί­α καὶ μέ­σον ἀ­πο­λύ­τρω­σης τοῦ ἀν­θρω­πί­νου γέ­νους.. Ἡ ἀ­νά­στα­ση ποὺ ἐ­πα­κο­λού­θη­σε τὸ θά­να­το τοῦ Σω­τῆ­ρος, ἔ­γι­νε ἡ ἀ­παρ­χὴ καὶ τῆς δι­κῆς μας ἀ­νά­στα­σης.

Τὸ Μέγα Σάβ­βα­το τι­μᾶ­με τὴ θε­ό­σω­μο Τα­φῆ τοῦ Κυ­ρί­ου μας καὶ τὴν εἰς Ἅ­δου Κά­θο­δόν Του.

Τῷ ἁ­γί­ῳ καὶ με­γά­λῳ Σαβ­βά­τῳ, τὴν θε­οόσω­μον τα­φὴν καὶ τὴν εἰς ἅ­δου κά­θο­δον τοῦ Κυ­ρί­ου καὶ Σω­τῆ­ρος ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ ἐ­ορ­τά­ζο­μεν, δι’ ὧν τῆς φθο­ρᾶς τὸ ἡ­μέ­τε­ρον γέ­νος ἀ­να­κλη­θὲν πρὸς αἰ­ω­νί­αν ζω­ὴν με­τα­βέ­βη­κε». Μὲ αὐ­τὰ τὰ λό­γι­α ὁ ἱ­ε­ρὸς Συ­να­ξα­ρι­στὴς χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ Με­γά­λου Σαβ­βά­του.

Τὸ Θεῖ­ο Δρά­μα ἔ­λα­βε τέ­λος. Ὁ ἑ­κου­σί­ως πα­θῶν, χά­ριν τῆς σω­τη­ρί­ας τοῦ πο­λύ­πα­θου ἀν­θρω­πί­νου γέ­νους, Κύ­ρι­ος Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, δο­κί­μα­σε, ὡς ἄν­θρω­πος, καὶ τὸ πι­κρὸ πο­τή­ρι τοῦ θα­νά­του, ὡς τὸ ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μα τοῦ πά­θους Του. Πε­ρὶ τὴν ἐ­νά­τη ὥ­ρα τῆς Πα­ρα­σκευ­ῆς ἐ­ξέ­πνευ­σε πά­νω στὸν ἐ­πώ­δυ­νο σταυ­ρό, πο­λὺ γρη­γο­ρό­τε­ρα ἀ­πὸ ὅ­σο πε­ρί­με­ναν οἱ δή­μι­οί Του. (Μάρκ.15:44). Τὸ ἀ­σθε­νι­κὸ καὶ ἀ­σκη­τι­κὸ Σαρ­κί­ο Του δὲν ἄν­τε­ξε γιὰ πο­λύ τους ἀ­φάν­τα­στα ἀ­φό­ρη­τους πό­νους τῆς σταυ­ρώ­σε­ως. Ἐ­πει­δὴ ἡ ἑ­πό­με­νη ἡ­μέ­ρα ἦ­ταν Πά­σχα γιὰ τοὺς Ἰ­ου­δαί­ους ἔ­πρε­πε νὰ κα­τέ­βουν τὰ σώ­μα­τα ἀ­πὸ τοὺς σταυ­ροὺς καὶ νὰ θα­φτοῦν πρὶν τὴ δύ­ση τοῦ ἡ­λί­ου. Γιὰ νὰ ἐ­πι­τα­χύ­νουν τὸ θά­να­το τὸν κα­τα­δί­κων ἔ­σπα­ζαν τὰ κό­κα­λά τους μὲ σι­δε­ρέ­νιους λο­στούς. Γιὰ τὸν Κύ­ρι­ο δὲν χρει­ά­στη­κε νὰ ἀρ­θώ­σουν τὰ μέ­λη «ὡς εἶ­δον αὐ­τὸν ἤ­δη τε­θνη­κό­τα»(Ἰ­ω­άν.19:33). Μό­νο ποὺ «εἷς τῶν στρα­τι­ω­τῶν λόγ­χη αὐ­τοῦ τὴν πλευ­ρὰν ἔ­νυ­ξε, καὶ εὐ­θέ­ως ἐ­ξῆλ­θεν αἷ­μα καὶ ὕ­δω­ρ» (Ἰ­ω­άν.19:34). Κα­τό­πιν οἱ ἐ­πι­φα­νεῖς Ἰ­ου­δαῖ­οι πο­λί­τες καὶ κρυ­φοὶ μα­θη­τὲς τοῦ Χρι­στοῦ «δι­ὰ τὸν φό­βον τῶν Ἰ­ου­δαί­ω­ν» (Ἰ­ω­άν.9:38), Ἰ­ω­σὴφ ὁ ἀ­πὸ Ἀ­ρι­μα­θαί­ας καὶ ὁ βου­λευ­τὴς Νι­κό­δη­μος, θέ­λη­σαν νὰ ἀ­πο­δώ­σουν τὶς πρέ­που­σες ἐ­πι­κή­δει­ες τι­μὲς στὸν ἀ­γα­πη­μέ­νο τοὺς δά­σκα­λο. Ὁ Ἰ­ω­σὴφ «εἰ­σῆλ­θε πρὸς Πι­λά­τον καὶ ἠ­τή­σα­το τὸ σῶ­μα τοῦ Ἰ­η­σοῦ… γνοὺς ἀ­πὸ τοῦ κεν­τυ­ρί­ω­νος ἐ­δω­ρή­σα­το τὸ σῶ­μα τῷ Ἰ­ω­σήφ. Καὶ ἀ­γο­ρά­σας σιν­δό­να καὶ κα­θε­λῶν αὐ­τὸν ἀ­νεί­λη­σε τὴ σιν­δό­νι καὶ κα­τέ­θη­κεν αὐ­τὸν ἐν μνη­μεί­ῳ, ὃ ἢν λε­λα­το­μη­μέ­νον ἐκ πέ­τρας καὶ προ­σε­κύ­λι­σε λί­θον ἐ­πὶ τὴν θύ­ραν τοῦ μνη­μεί­ου» (Μάρκ.15:43-46).

Με­τὰ τὴν ἐκ­πνο­ὴ Τοῦ ἐ­πὶ τοῦ σταυ­ροῦ ἡ ψυ­χὴ τοῦ Κυ­ρί­ου, ἀ­κο­λου­θών­τας τὸν ἀ­πα­ρά­βα­το νό­μο τοῦ θα­νά­του, κα­τέ­βη­κε στὸν ἅ­δη, τὸν προ­αι­ώ­νι­ο σκο­τει­νὸ τό­πο – δε­σμω­τή­ρι­ο τῶν ἀν­θρω­πί­νων ψυ­χῶν. Ὁ ἀ­πό­στο­λος Πέ­τρος μᾶς δι­α­βε­βαί­ω­σε πὼς «Χρι­στὸς ἅ­παξ πε­ρὶ ἁ­μαρ­τι­ῶν ἔ­πα­θε, δί­και­ος ὑ­πὲρ ἀ­δί­κων, ἴ­να ἠ­μᾶς προ­σά­γη τῷ Θε­ῷ, θα­να­τω­θεῖς μὲν σαρ­κί, ζω­ο­ποι­η­θεῖς δὲ πνεύ­μα­τι’ ἐν ὢ καὶ τοῖς ἐν φυ­λα­κὴ πνεύ­μα­σι πο­ρευ­θεῖς ἐ­κή­ρυ­ξε­ν» (Α΄ Πέ­τρ.3:18-19). Ἐ­πί­σης ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος ἔ­γρα­ψε ὅ­τι ὁ Χρι­στὸς «κα­τέ­βη πρῶ­τον εἰς τὰ κα­τώ­τε­ρα μέ­ρη τῆς γῆς» (Ἐ­φεσ.4:9), ὑ­πο­νο­ών­τας ἀ­σφα­λῶς τὴν εἰς ἅ­δου κά­θο­δό Του.

Σύμ­φω­να μὲ σα­φῆ προ­φη­τι­κὰ χω­ρί­α τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς ἡ κά­θο­δος τοῦ Χρι­στοῦ στὸν ἅ­δη ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πει­σο­δι­α­κή. Ἡ πα­ρου­σί­α τοῦ Θε­οῦ στὸν τό­πο τοῦ πι­κροῦ δε­σμω­τη­ρί­ου τῶν ψυ­χῶν ἔ­φε­ρε ἀ­να­στά­τω­ση. Οἱ αἰ­ώ­νι­ες πύ­λες τοῦ παμ­φά­γου ἅ­δη γκρε­μί­στη­καν καὶ οἱ φύ­λα­κες πυ­λω­ροὶ ἔ­φρι­ξαν μπρο­στὰ στὸ με­γα­λεῖ­ο καὶ τὸ φῶς τῆς θε­ό­τη­τας. Ὁ Χρι­στὸς συ­νέ­χι­σε καὶ ἐ­κεῖ τὸ ἀ­πο­λυ­τρω­τι­κό Του ἔρ­γο. Κή­ρυ­ξε τὸ εὐ­αγ­γέ­λι­ο τῆς σω­τη­ρί­ας στὰ ἀπ’ αἰ­ῶ­νος δέ­σμι­α πνεύ­μα­τα καὶ ὅ­σα ἀ­πὸ αὐ­τὰ πί­στε­ψαν ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­καν καὶ ἀ­νέ­βη­καν μα­ζὶ μὲ τὸν Κύ­ρι­ο ἀ­πὸ τὸν ἅ­δη.

Τὸ πνεῦ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ μεί­νει στὸν ἐ­κεῖ, στὸν τό­πο τῆς βα­σά­νου. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ἀ­νέ­στη. Ἐ­πί­σης οἱ πι­στοί τοῦ Χρι­στοῦ ποὺ συ­να­πο­τε­λοῦν τὸ μυ­στι­κό Του σῶ­μα δὲν μπο­ροῦν πιὰ νὰ μεί­νουν καὶ αὐ­τοὶ δέ­σμι­οι τοῦ ἅ­δη.

Ἡ εἰς ἅ­δου κά­θο­δος τοῦ Κυ­ρί­ου σή­μα­νε τὴν κα­τά­λυ­ση τοῦ κρά­τους καὶ τῆς ἐ­ξου­σί­ας τοῦ ἄρ­χον­τος τοῦ σκό­τους στοὺς πι­στούς τοῦ Χρι­στοῦ. Αὐ­τὴ ἡ νί­κη εἶ­ναι τὸ με­γα­λύ­τε­ρο γε­γο­νὸς στὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ ἀν­θρω­πί­νου γέ­νους, δι­ό­τι νι­κή­θη­κε ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ἐ­χθρός του ἀν­θρώ­που ὁ θά­να­τος. Ἀ­πὸ τό­τε ἄ­νοι­ξε ἕ­να νέ­ο κε­φά­λαι­ο γιὰ τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα, ἐγ­και­νι­ά­στη­κε μί­α νέ­α ἐ­πο­χὴ γι’ αὐ­τή.

Λάμ­πρου Κ. Σκόν­τζου Θε­ο­λό­γου – Κα­θη­γη­τοῦ

kato2

Βρίσκεσθε εδω: Κεντρική