Μετάνοια
Κύριε,
τίς ἄφθαρτες στιγμές Σου
μέ τήν κλεψύδρα μέτρησα,
ὅπως τίς λίρες του ὁ τοκογλύφος.
Σπατάλησα τήν Ἄνοιξη,
χωρίς νά ντύσω τό κορμί μου
μέ οὐρανό καί θάλασσα.
Τήν παιδική μου ζωγραφιά,
λές κι ἤτανε φτηνός καθρέφτης,
θρυμμάτισα τίς νύχτες.
Καί στούς ναούς Σου στάθηκα
τά κούφια λόγια μου νά σμίξω
στίς λιτανεῖες τῶν ἀσεβῶν.
Τώρα,
σημαίν' ἡ ὥρα τῶν Ὡρῶν.
Νιώθω τό ρῖγος ἀπό τό φίλημα
τῆς ἀδιάκοπης προδοσίας μου.
Τώρα,
μνήσθητί μου!
(Ν. Β. ΤΥΠΑΛΔΟΣ, «ΜΥΣΤΙΚΗ ΘΥΡΑ», «Συντροφιά»,
Ἀθήνα 1987)

