Ἡ πρώτη τῶν θεολογικῶν ἀρετῶν: Ἡ πίστη - Τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ'

Ὡς εἶναι γνωστόν, ἡ πρώτη τῶν θεολογικῶν ἀρετῶν εἶναι ἡ πίστη. Οἱ ἄλλες, εἶναι ἡ ἀγάπη καί ἡ ἐλπίδα. Ὅλες εἶναι ἀναγκαῖες. Ὡστόσο, τό θεμέλιο τοῦ πνευματικοῦ οἰκοδομήματος εἶναι ἡ πίστη.
Πίστη, τοὐτέστιν, βαθυτάτη ἐμπιστοσύνη στόν Θεό Πατέρα, στόν Μονογενῆ Του Υἱό, τόν Ἰησοῦ Χριστό καί στό Ἅγιο Πνεῦμα.
Συμβαίνει, ὅμως, τήν πίστη νά τήν νοθεύουν καί μιαίνουν οἱ πλάνες, οἱ αἱρέσεις, οἱ ψευδοδιδασκαλίες καί ἀκόμη οἱ προλήψεις, οἱ δεισιδαιμονίες, οἱ συκοφαντίες, οἱ κακίες καί τά πάθη τῶν ἀνθρώπων. Ἔρχεται τότε, ἡ ἀπιστία ὡς πνευματική νόσος τῆς ψυχῆς. Μή μᾶς διαφεύγει, ἀκόμη, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, λίγα γνωρίζει γιά τόν ἑαυτό του, λιγότερα γιά τόν κόσμο καί ὀλίγιστα γιά τόν Θεό.
Γιά μᾶς, τούς χριστιανούς, εἰδικότερα, ἡ πίστη εἶναι ἡ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στόν Ἀποκαλυφθέντα Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν. Εἶναι ἡ παραδοχή τῶν χριστιανικῶν ἀληθειῶν, ἡ συγκατάθεση χωρίς διακρίσεις, στήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου. Μέ μία τέτοια πίστη, ὡς λέγει ὁ Ἀπ. Παῦλος, ἔρχεται καί κατοικεῖ «ἔνδον», στή καρδιά τοῦ πιστοῦ χριστιανοῦ, ὁ Χριστός (Ἑβρ. 3,17). Καί μάλιστα αὐτό τό βίωμα τῆς πίστεως στόν Ἀπόστολο αὐτόν τῆς οἰκουμένης ἦταν τόσο ἰσχυρό, ὥστε ἔφθανε νά λέγει: «Χριστῷ συνεσταύρωμαι, ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός» (Γαλ. 2,20). Τότε, ὡς καρπός τῆς πίστεως ἔρχεται ἡ δικαίωση, κατά τό «ἐν τῷ Χριστῷ, πᾶς ὁ πιστεύων δικαιοῦται» (Πράξ. 13,39) καί ἡ σωτηρία, κατά τό: «Ὁ πιστεύσας καί βαπτισθείς σωθήσεται» (Μάρκ. 16,16). Ἐννοεῖται, βέβαια, ὅτι τήν πίστη δέν μποροῦμε νά τήν διαχωρίσουμε ἀπό τά ἔργα, ὅπως δέν μποροῦμε νά διαχωρίσουμε ἀπό τό σῶμα τήν ψυχή. Ἔτσι ὁ Ἀπ. Ἰάκωβος, θά ὑπογραμμίσει: «Ἡ πίστις, ἐάν μή ἔργα ἔχῃ, νεκρά ἐστιν καθ' ἑαυτήν» (Ἰακ. 2,17).
Ἄξιον ἐπισημάνσεως εἶναι ὅτι πολλές φορές μέσα στά Ἱερά Εὐαγγέλια, ἀκούγεται ἡ φωνή τοῦ Χριστοῦ, νά μιλᾶ γιά τήν πίστη, ὡς ἐκείνη, πρός τόν ἑκατόνταρχο, πού τότε εἶπε ὁ Κύριος: «Οὐδέ ἐν τῷ Ἰσραήλ τοσαύτην πίστιν εὗρον» (Ματθ. 8,10) ἤ γιά τήν αἱμορροοῦσα πού τῆς εἶπε: «Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε» (Ματθ. 9,22) ἤ στή Χαναναία πού εἶπε: «Ὦ γύναι μεγάλη σου ἡ πίστις» (Ματθ. 15,28) ἀλλά καί ἡ προτροπή στόν Ἰάειρο: «Μή φοβοῦ, μόνον πίστευε» (Μάρκ. 5,36). Καί ἀκόμη, ὁ θεῖος λόγος Του πού ἀπηύθυνε μετά τήν ἀνάστασή Του στόν Θωμᾶ «ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας˙ μακάριοι οἱ μή ἰδόντες καί πιστεύσαντες» (Ἰω. 20,29).
Ὑπάρχει, ὅμως, καί ἡ δοκιμασία τῆς πίστεως. Ἰδιαίτερα συμβαίνει σέ ὧρες θλίψης, στενοχώριας, ἀσθένειας, θανάτου. Μά, ἡ διαβεβαίωση τοῦ Χριστοῦ καί πάλιν εἶναι σαφής: «Ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε, ἀλλά θαρσεῖτε, ἐγώ νενίκηκα τόν κόσμον» (Ἰω. 16,33). Ὁ πολύαθλος Ἰώβ δέν ἔθετε τό ἐρώτημα: «Οὐχί πειρατήριόν ἐστιν ὁ βίος τοῦ ἀνθρώπου ἐπί τῆς γῆς;» (Ἰώβ 7,1). Βλέπουμε ὅτι ἕνα στάδιον εἶναι ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου στήν ματαιότητα τοῦ κόσμου τούτου καί ἀπό κοντά ἡ δοκιμασία τῆς πίστεως. Ὅμως, δέν θά πρέπει νά γίνουμε ναυαγοί τῆς πίστεως, καθ' ὅτι ἡ ἀκλόνητη πίστη πάνω στή δοκιμασία καί στή θλίψη, ὁδηγεῖ πιό κοντά στό Θεό, ἀφοῦ «πειρασμός ὑμᾶς οὐκ εἴληφεν, εἰ μή ἀνθρώπινος˙ πιστός δέ ὁ Θεός, ὅς οὐκ ἐάσει ὑμᾶς πειρασθῆναι ὑπέρ ὅ δύνασθε» (Α' Κορ. 10,13). Ἄν ἡ καρδιά μας ψυχράνθηκε ἀπὸ τήν ἀμφιβολία, τήν ἀπιστία, τότε, ἄς ἀφήσουμε τόν Κύριο νά τήν θερμάνει. Ἄν ἡ θέλησή μας πρός τά ἄνω καί τά μή βλεπόμενα, νεκρώθηκε, ἄς δώσουμε τό εἶναι μας νά τήν ζωογονήσει καί πάλιν ὁ Κύριος. Ἄν τρικυμίες ἀμφιβήτησης, ταράσσουν τόν ἐσωτερικό μας κόσμο, ἄς τίς κατασιγάσουν, τό γαλήνιο καί φιλάνθρωπο Πρόσωπο τοῦ Κυρίου. Πραγματικά, ἄς δεηθοῦμε: «Κύριε, βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ» (Μάρκ. 9,24). Καί ἡ παράκληση ἄς εἶναι: «Πρόσθες ἡμῖν πίστιν, Κύριε» (Λουκ. 17,5).
Ἔτσι θά καταλάβουμε ὅτι μέ τήν χριστιανική πίστη, τό ἀνθρώπινο πνεῦμα ἐξευγενίζεται, φωτίζεται, σώζεται καί ὑψοῦται. Ἡ πίστη στό Χριστό εἶναι δύναμη ὑπερφυσική. Προχωρεῖ ἀληθῶς πρός τήν θέωση.

