Γράψτε τη λέξη/φράση αναζήτησης

Popular Tags

01

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΕ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ (Τοῦ κ. Παναγιώτου Σκαλτσῆ, Ὁμ. Καθηγητοῦ Θεολ. Σχολῆς Παν/μίου Θεσ/κης)

Β’ ΜΕΡΟΣ

Τοῦ κ. Παναγιώτου Σκαλτσῆ, Ὁμ. Καθηγητοῦ

Θεολ. Σχολῆς Παν/μίου Θεσ/κης

ΕΡΩΤΗΣΗ

1ον Ὁ «Ἐπίσκοπος “εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ»

Λέγομεν καί ἐπαναλαμβάνομεν ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι «εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ». Πόθεν προέρχεται ἡ φράσις αὐτή; Ὁ ἅγ. Ἰγνάτιος δέν ἀναγράφει τοῦτο. Πρός Μαγνησιεῦσιν γράφει: «Προκαθημένου τοῦ Ἐπισκόπου εἰς τόπον Θεοῦ» (PG 5, VI, 668A) καί πρός Τραλλιανοῖς γράφει: «Καί τόν Ἐπίσκοπον ὡς Ἰησοῦν Χριστόν» (PG 5, III, 677A).

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Πράγματι, ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος Ἀντιοχείας μνημονεύει τόν Ἐπίσκοπο «ὡς Ἰησοῦν Χριστόν»[1], «εἰς τόπον Θεοῦ»[2], «ὡς Χριστόν … μιμητήν γινόμενον … Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ»[3], καί ὅτι «ὁ Ἐπίσκοπος τοῦ Πατρός τῶν ὅλων τύπος ὑπάρχει . οἱ δέ πρεσβύτεροι, ὡς συνέδριον Θεοῦ, καί σύνδεσμος Ἀποστόλων Χριστοῦ»[4]. Μέ τίς ὡς ἄνω ἐκφράσεις, ἐπισημαίνεται ἡ θέση τοῦ Ἐπισκόπου στήν Ἐκκλησία ὡς ἡ ὁρατή εἰκόνα τῆς παρουσίας Χριστοῦ στή θεία Εὐχαριστία, ὡς τό πρότυπο ἀγάπης κατά τό παράδειγμα τοῦ Πατέρα, ὡς ἔκφραση τῆς ἑνότητας στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας χωρίς βεβαίως νά παραθεωρεῖται καί ἡ σημασία τῶν Πρεσβυτέρων ὡς «σύνδεσμος Ἀποστόλων Χριστοῦ».

Ἡ ἀκριβής φράση «εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ» δέν ἀναφέρεται ἀπό τόν ἅγιο Ἰγνάτιο. Γι’ αὐτό εἶναι λάθος νά μνημονεύεται κατά κόρον ὡς δική του, ὅταν γίνεται ἀναφορά στόν Ἐπίσκοπο. Φαίνεται ὅτι ἡ ταύτιση αὐτή ἔγινε ἀπό τή σύγχρονη ἔρευνα σχετικά μέ τό θέμα Ἐκκλησία – Εὐχαριστία - Ἐπίσκοπος. Ἡ σύνδεση Ἐπισκόπου καί Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού κάνει ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος[5], ἡ ἐναλλαγή τῶν ὀνομάτων «Θεοῦ» καί «Χριστοῦ» στά κείμενα τοῦ ἁγίου, καί κυρίως ἡ διατύπωση ὅτι «ὅπου ἄν φανῇ ὁ Ἐπίσκοπος ἐκεῖ τό πλῆθος ἔστω, ὥσπερ ὅπου ἄν ᾖ Χριστός Ἰησοῦς, ἐκεῖ καί ἡ καθολική Ἐκκλησία»[6], συνέβαλαν προφανῶς ὥστε ἡ φράση «εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ» νά συνδεθεῖ μέ τόν ἅγιο Ἰγνάτιο[7].Ἡ ἔκφραση αὐτή βεβαίως δέν εἶναι ἀντίθετη μέ τήν ἐκκλησιολογική σκέψη τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου, ἀλλά μέ τή συγκεκριμένη συντακτική μορφή δέν προέρχεται ἀπό τή δική του γραφίδα.

Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον ἔχει τό ὅτι οὔτε σέ μεταγενέστερα κείμενα τῆς Πατερικῆς μας παράδοσης μαρτυρεῖται μέ αὐτή τή διατύπωση ἡ ἐπίμαχος φράση. Τό ὑψηλό ἀξίωμα τοῦ Ἐπισκόπου στήν Ἐκκλησία, ἀλλά καί ἡ θέση σ’ αὐτήν τῶν ἄλλων βαθμῶν τῆς Ἱερωσύνης, ἀναδεικνύεται μέ ποικίλες χριστολογικοῦ ἐκκλησιολογικοῦ καί λειτουργικοῦ περιεχομένου ἐκφράσεις. Ὁ συντάκτης π.χ. τοῦ κειμένου τῶν Ἀποστολικῶν Διαταγῶν (τέλη 4ου αἰ.), ἀφοῦ πρῶτα χαρακτηρίσει τούς λαϊκούς ὡς τήν «ἐκλεκτή Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ»[8], στή συνέχεια γιά τόν Ἐπίσκοπο, τούς Πρεσβυτέρους καί τό Διάκονο, γράφει τά ἐξῆς . «Ὁ μέν οὖν Ἐπίσκοπος προκαθεζέσθω ὑμῶν ὡς Θεοῦ ἀξία τετιμημένος, ᾗ κρατεῖ τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ παντός ἄρχει. Ὁ Διάκονος τούτῳ παριστάσθω ὡς ὁ Χριστός τῷ Πατρί … Οἵ τε Πρεσβύτεροι εἰς τύπον ἡμῶν τῶν Ἀποστόλων νενομίσθωσαν»[9].

Κατά τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη (τέλη 5ου - ἀρχές 6ου αἰ.), ὁ Ἱεράρχης δηλοῖ «τόν ἔνθεόν τε καί θεῖον ἄνδρα, τόν πάσης ἱερᾶς ἐπιστήμονα γνώσεως»[10]. Θεωρεῖται ἐπίσης ὁ Ἱεράρχης τύπος τῆς θείας τελειωτικῆς δύναμης. Γι’ αὐτό και χειροτονεῖ . «Ἡ μέν τῶν Ἱεραρχῶν τάξις τελειωτική καί τελεσιουργός . ἡ δέ τῶν Ἱερέων φωτιστική καί φωταγωγός . ἡ δέ τῶν λειτουργῶν (Διακόνων) καθαρτική καί διακριτική»[11].

Ὁ ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης (15ος αἰ.) κάνει ἰδιαιτέρως λόγο γιά τόν Ἐπίσκοπο ὡς “τύπο” και “εἰκόνα” τοῦ Χριστοῦ . «Τοῦ δέ Ἀρχιερέως τυποῦντος τόν Κύριον»[12]. Εἶναι κατά χάριν «ὡς ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς αὐτός ὁ Χριστός»[13]. «Τόν Χριστόν … εἰκονίζει»[14]. «Ὁ Ἀρχιερεύς τόν ἐνανθρωπήσαντα Θεόν Λόγον ἐκτυποῖ»[15]. Σέ λειτουργικό ἐπίπεδο, ὁ Ἐπίσκοπος «ἐκτυποῖ» τό Χριστό στά διάφορα λειτουργικά δρώμενα, σέ συγκεκριμένα σημεῖα τῆς θείας Λειτουργίας ἤ στήν ἐνδυμασία τῶν ἱερατικῶν ἀμφίων. Ὡς διάδοχος τῶν Ἀποστόλων καί «ὡς τόν Χριστόν εἰκονίζων, ἐν τῷ μέλλοντι ἱερουργεῖν, τά ἱερά περιβάλλεται ἄμφια, σημασίαν ἔχοντα πάντα καί θεωρίαν πνευματικήν»[16]. Κατά τήν εἴσοδο δέ στό ἱερό «καί θυμιᾷ εὐθύς τό θυσιαστήριον κύκλῳ ὅτι θρόνος τοῦτο Θεοῦ καί ἀνάπαυσις. Καί αὐτόν τυποῖ τόν Χριστόν ἐσφαγμένον καί ζῶντα»[17].

Συμπερασματικά, ἡ ἔκφραση «εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ» σέ σχέση μέ τόν Ἐπίσκοπο καί τή θέση του στήν Ἐκκλησία, δεν εἶναι λάθος. Δέν προέρχεται ὅμως μέ αὐτήν ἀκριβῶς τήν διατύπωση ἀπό συγκεκριμένο Πατέρα. Εἶναι μία φράση “τεχνητή”, μέ ὅρους πού στά κείμενα ἐναλλάσσονται. Ἡ ἐπίκλησή της, χωρίς βέβαια ἀναφορά σέ κάποιο πρόσωπο, ἀπαιτεῖ βαθιά κατανόηση της τυπολογίας της. Εἶναι ὅμως δυνατόν νά προβληθοῦν καί ἄλλοι ὅροι μέ σαφές χριστολογικό περιεχόμενο, ὅπως π.χ. «ὡς μιμητής Χριστοῦ» «τύπος τοῦ Πατρός» καί «εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ», σύμφωνα βεβαίως μέ τίς Πατερικές ἐκφράσεις «ὡς μιμητήν γινόμενον … Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ»[18] καί «τοῦ Πατρός τῶν ὅλων τύπος»[19] ἤ «ὡς τόν Χριστόν εἰκονίζων»[20].

 

ΕΡΩΤΗΣΗ

2ον Ἡ βέρα τοῦ γάμου στούς ἔγγαμους ἱερεῖς

Μερικοί ἔγγαμοι ἱερεῖς συνηθίζουν νά φέρουν καί ἰδίᾳ κατά τήν τέλεσιν τῆς Θείας Λειτουργίας τήν βέρα τοῦ γάμου τους. Τοῦτο κατά πόσον εἶναι ὀρθόν;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

« … μυστήριον ἐστί ὁ γάμος καί εἰκών ἐστι τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, ἥν περί τήν Ἐκκλησίαν ἐπιδείξατο»[21]. Ὁ λόγος αὐτός τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου γιά τό γάμο, πού ἑρμηνεύει οὐσιαστικά τό τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «τό μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν, ἐγώ δέ λέγω εἰς Χριστόν καί εἰς τήν Ἐκκλησίαν»[22], ἀναδεικνύει τή σπουδαιότητα τοῦ μυστηρίου αὐτοῦ ὡς συνέχεια τοῦ μυστηρίου τῆς δημιουργίας, ὡς ἔκφραση τῆς τέλειας μεταξύ τῶν συζύγων ἀγάπης, «εἰς σάρκα μίαν»[23], ὡς “τύπος” τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀναμφίβολα, ὁ γάμος εἶναι γεγονός ἐγκόσμιο καί «ἐπί ἀνθρώπων γινόμενον»[24].

Ὡς θεσμός ὅμως θεῖος[25] καί παρά τό γεγονός ὅτι ἡ ἁμαρτία διέστρεψε τό γάμο, ὅπως ὅλα ἄλλωστε τά πράγματα, δέν ἔπαψε τό ἐν λόγῳ μυστήριο νά ἔχει ἐσχατολογικό χαρακτήρα καί νά ὑπηρετεῖ τή σωτηριολογική ἀποστολή τῶν συζύγων μέσα στήν Ἐκκλησία.

Ὁ Χριστός μέ τήν ἐνσάρκωσή Του, ὅπως ἀναπλάθει καί ἀναδημιουργεῖ ὁλόκληρο τόν κόσμο[26], ἔτσι ἀναγεννᾶ καί τό γάμο ἀφαιρώντας ἀπό αὐτόν τήν ἁμαρτία, τήν ἠδονή δηλαδή ὡς ἐνέργημα φιλαυτίας, καί τό θάνατο[27]. Δέν εἶναι τυχαῖο τό ὅτι ἡ ἐπουράνια δόξα τοῦ Μεσσία παρομοιάζεται πρός τή χαρά τοῦ νυμφίου[28] καί ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ πρός γαμήλιο δεῖπνο[29]. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός παρουσιάζεται ὡς νυμφίος[30] καί ἡ Ἐκκλησία ὡς νύμφη[31]. Ὁ Κύριος ἐπίσης παρέστη μετά τῶν μαθητῶν Του στό γάμο τῆς Κανᾶ[32] γιά νά μεταβάλει τό νερό σέ κρασί καί νά δείξει τό δρόμο τῆς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καί τῇ Εὐχαριστίᾳ μεταμορφωτικῆς πορείας τοῦ ἄνδρα καί τῆς γυναίκας στά πλαίσια τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου. «Ἡ μεταβολή τοῦ νεροῦ σέ κρασί (στή διήγηση τοῦ Ἰωάννη) δέν εἶναι μόνο μεταβολή τῆς ποιότητας τοῦ ὑγροῦ ἀλλά καί τῆς φύσης του (ἀπόσπ. εἰς Ἰωάν. 19,7. 30,10. Ἀπόσπ. εἰς Α΄ Κορ. 36,1). Ἔτσι καί στό γάμο δέν μεταβάλλεται μόνο ἡ ποιότητα ζωῆς τῶν πρώην ἀγάμων, ἀλλά συντελεῖται καί μία οὐσιαστικότερη μεταβολή τῶν “δύο εἰς σάρκα μίαν”»[33].

Γι’ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία συνέδεσε τό γάμο, ὅπως καί ὅλα τά μυστήρια, μέ τή θεία Εὐχαριστία. Γιά νά δηλώσει ὅτι «ὁ γάμος ἔπρεπε νά μπεῖ μέσα στήν Ἐκκλησία, δηλαδή νά κριθεῖ, νά λυτρωθεῖ καί νά μεταμορφωθεῖ σέ μυστήριο τῆς βασιλείας»[34]. Ὁ κυκλικός χορός ἐπίσης, κατά τήν ἱερολογία τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου, ἀλλά καί ἡ φράση «ἀνάλαβε τούς στεφάνους αὐτῶν ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» πρός τό τέλος τῆς Ἀκολουθίας ἔχουν τό νόημα νά διατηρηθεῖ ἡ συζυγία ἀδιάσπαστος καί οἱ σύζυγοι νά δοξάζουν πάντοτε «τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ἁγίου Πνεύματος»[35] μέ προοπτική τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ ὅπου ἡ τέλεια ἀγάπη βρίσκει τήν πληρότητά της[36].

Στό πνεῦμα τῶν χριστολογικῶν, ἐκκλησιολογικῶν καί ἐσχατολογικῶν προϋποθέσεων τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου, πού ἐκτέθεικαν παραπάνω, εἶναι δυνατόν νά γίνει περισσότερο κατανοητός καί ὁ ρόλος τῶν ὑλικῶν πραγμάτων (συμβόλων) πού συνδέονται μέ τό γάμο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, τά δακτυλίδια (δακτύλιοι ἤ βέρες) πού ἀλλάσσονται στήν τάξη τοῦ ἀρραβώνα.

Τά δακτυλίδια (βέρες) ἔχουν μακρά ἱστορία καί ποικιλία συμβολισμῶν, ὅπως π.χ. σύμβολα ἐξουσίας, δόξας, ἀναγνώρισης, στολισμοῦ, τιμῆς ἀλλά καί πράξη «πρός ἐπιβεβαίωσιν τοῦ συναπτομένου γαμηλίου δεσμοῦ»[37]. Τα δακτυλίδια, γράφει ὁ ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης, εἶναι προορισμένα «διά τήν συμφωνίαν καί τήν σφραγῖδα τοῦ συναλλάγματος»[38]. Ἐνδιαφέρον ὑλικό γιά τό νόημα τῶν δακτυλιδίων μᾶς δίδει καί ἡ Ἀκολουθία τοῦ ἀρραβώνα, ὅπου τά ἐν λόγῳ σύμβολα συνδέονται μέ βιβλικά πρόσωπα, ὅπως ἡ ἐξουσία τοῦ Ἰωσήφ ἐν Αἰγύπτῳ, ἡ δόξα τοῦ Δανιήλ «ἐν χώρᾳ Βαβυλῶνος», ἡ ἀγάπη τοῦ πατέρα στό παράδειγμα τοῦ ἀσώτου. Κατά τήν τελευταία εὐχή «Κύριε ὁ Θεός ἡμῶν, ὁ τῷ παιδί τοῦ πατριάρχου Ἀβραάμ …», ἡ εὐλογία τοῦ δακτυλοθεσίου ἀποτελεῖ «εὐλογίαν οὐράνιον». Στήν ἴδια εὐχή, ὁ ἀρραβώνας ἑπομένως καί τά δακτυλίδια (βέρες), στηρίζουν τούς μελλόνυμφους «ἐν πίστει καί ὁμονοίᾳ καί ἀληθείᾳ καί ἀγάπῃ».

Στίς πρῶτες εὐχές τῆς ἐν λόγῳ Ἀκολουθίας (ἀρραβώνα) γίνεται μία σύνδεση τοῦ γάμου μέ τό σωτήριο ἔργο τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος συνήγαγε σέ ἑνότητα τά διηρημένα καί προμνηστεύθηκε τήν Ἐκκλησία ἀπό τά χρόνια πού ἐπηκρατοῦσε ἡ εἰδωλολατρία. Σέ παλαιότερη εὐχή τοῦ γάμου «τονίζεται ἰδιαίτερα ἡ ἐσχατολογική διάσταση τῆς πράξης τῆς ἐπίδοσης καί εὐλογίας τοῦ δακτυλίου. Τό σύμβολο αὐτό τῆς μνηστείας θεωρεῖται ὡς “ὁ ἀρραβών τοῦ βαπτίσματος” πού μᾶς προετοιμάζει γιά τό γάμο τῆς βασιλείας, μᾶς ἀνοίγει τούς θησαυρούς τῶν οὐρανῶν καί ἀποτελεῖ πρόγευση τῆς βασιλείας πού περιμένουν ὅσοι ἔλαβαν σ’ αὐτή τή ζωή τήν καθαρότητα»[39]. Οἱ προσεγγίσεις αὐτές σέ τελική ἀνάλυση, κατά τόν μακαριστό π.Ἰωάννη Μέγιεντορφ μαρτυροῦν ὅτι «οἱ εὐχές τοῦ ἀρραβώνα ἐγκαινιάζουν ἁπλά μιά κοινή ζωή, πού ξανοίγεται μπροστά στούς μελλόνυμφους καί τούς προσφέρεται γιά συμπόρευση, ὅπως ὁ εὐαγγελισμός τῶν Ἐθνῶν ἀπό τούς ἀποστόλους σηματοδοτεῖ τήν ἀρχή τῆς μακρᾶς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλά ὁ ἔσχατος σκοπός παραμένει πάντοτε ὁ ἴδιος: ἡ ἀποκατάσταση τῆς χαμένης ἑνότητας μέ τό Θεό, ἡ ἐπαναφορά τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς στήν αὐθεντική της ἀκεραιότητα. Αὐτή εἶναι καί ἡ ἔννοια τοῦ χριστιανικοῦ ἀρραβώνα»[40].

Μέ βάση τά παραπάνω, μποροῦμε πιό εὔκολα νά δώσουμε μίαν ἀπάντηση ἐάν οἱ ἔγγαμοι ἱερεῖς μποροῦν νά φέρουν τήν βέρα τους μέσα στήν κοινωνία καί ἰδίᾳ κατά τήν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας.

Γιά τό θέμα αὐτό, δέν γνωρίζουμε κάποιον Κανόνα πού νά ὁρίζει τό δέον γενέσθαι. Ἐθιμικά καταγράφονται δύο ἀπόψεις. Σύμφωνα μέ τήν πρώτη ἄποψη, πού ἀπ’ ὅτι φαίνεται εἶναι καί ἡ συνήθης, ὁ ἔγγαμος ἱερέας δέν εἶναι ὀρθό νά κυκλοφορεῖ φέρων τή βέρα του, πολύ δέ περισσότερο κατά τή θεία Λειτουργία. Καί τοῦτο διότι ἡ Ἱερωσύνη εἶναι λειτούργημα πνευματικό καί ἀσκεῖ «διακονίαν … πλήν οὐχ ὑλικωτέραν ἀλλ’ ἀπολελυμένην τῆς ὕλης»[41]. Κατά τή Λειτουργία δέ, καί ἀπό τή στιγμή πού λαμβάνει “καιρόν”, ὁ ἱερέας εἰσέρχεται σέ ἄλλο ἐπίπεδο . «Ἡ Λειτουργία εἶναι ἐνέργεια τοῦ ἰδίου Θεοῦ . ἀνήκει ὁλοτελῶς εἰς τόν χῶρον τῆς αἰωνιότητος … καί ὁ ἱερουργός τοῦ Μυστηρίου τῆς Λειτουργίας ἵσταται ἐν ἀμέσῳ ἐγγύτητι πρός τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, ὅστις εἶναι “τό πλήρωμα τοῦ Νόμου καί τῶν Προφητῶν” (Λειτουργία Χρυσοστόμου) καί διά τοῦ ὁποίου ἐγενόμεθα κάτοχοι “ρημάτων ζωῆς αἰωνίου”»[42].

Κατά τή δεύτερη ἄποψη, ὁ ἱερέας μέσα στήν κοινωνία μπορεῖ, ἄν θέλει, νά φέρει τή βέρα του διότι μέ τόν τρόπο αὐτό:

  • Μαρτυρεῖ ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ ἔδωσε τό δακτυλοθέσιον ὡς «εὐλογίαν οὐράνιον» καί σημεῖο (σημάδι) τῆς ἐγγύησης γιά τήν ἐκπλήρωση τῆς ὑπόσχεσης τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο[43].
  • Τό δακτυλίδι, κατά τήν ἄποψη αὐτή, δέν προσβάλλει τήν Ἱερωσύνη, ἀντιθέτως τήν ἀναδεικνύει. Ἐξ’ αὐτῆς ἄλλωστε εὐλογήθηκε ὁ γάμος ἑνός ἱερέα πρό τῆς χειροτονίας του. Κατά τόν ἅγιο Συμεών Θεσσαλονίκης «ἀνήρ τήν γυναῖκα ἀπό τῆς χειρός τῆς Ἐκκλησίας διά τοῦ ἱερέως παρέλαβε»[44]. Τόν τίμιο δέ γάμο «ὁ Χριστός εὐλόγησεν, καί ἐν ἑαυτῷ διά τῆς Ἐκκλησίας εἰργάσατο ἐν ἁγίῳ Πνεύματι»[45]. Ὁ Χριστός δέχθηκε στόν ἑαυτό του ὅλα τά μυστήρια[46] χάρη τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου. Αὐτός διά τοῦ ἱερέα τά ἱερουργεῖ μέσα στήν Ἐκκλησία προκειμένου τό κτιστό να κοινωνεῖ μέ τό ἄκτιστο.
  • Δέν ἀποτελεῖ γιά τόν ἱερέα ἠθική ἐκτροπή τό δακτυλίδι, ὅπως δέν συνιστᾶ πράξη μή συμβατή μέ τήν Ἱερωσύνη ἡ κυκλοφορία τοῦ ἱερέα συνοδευομένου ἐκτός Ναοῦ ἀπό τήν πρεσβυτέρα καί τά παιδιά του. Μᾶλλον κάτι τέτοιο τόν προστατεύει καθόσον τό δακτυλίδι, σύμφωνα καί μέ τίς εὐχές τοῦ ἀρραβώνα, δηλώνει ὅτι τό φέρει ὡς στηριγμό πίστης, ὁμόνοιας, ἀλήθειας καί ἀγάπης.
  • Ὅπως ὅλα τά μυστήρια, ἔτσι καί ὁ γάμος, ἀκόμη καί ὁ ἀρραβώνας, ἔχουν ἐσχατολογικό χαρακτήρα. Ξεπερνοῦν δηλαδή τόν ἑβδοματικό χρόνο καί μᾶς προετοιμάζουν γιά «τό γάμο τῆς βασιλείας». Γι’ αὐτό ἄλλωστε, ὅπως ἀναφέρθηκε, μέχρι τόν 10ο – 12ο αἰ. ὅλα τά μυστήρια ἦταν συνδεδεμένα μέ τή θεία Εὐχαριστία[47], τό κατ’ ἐξοχήν μυστήριο τῆς μετά τοῦ Χριστοῦ κοινωνίας καί τῶν ἐσχάτων[48].

Κατά τή γνώμη μας, καί οἱ δύο ἀπόψεις εἶναι σωστές. Θά μπορούσαμε μόνο νά προσθέσουμε ὅτι στή θεία Λειτουργία ὁ ἱερέας – λειτουργός καλόν εἶναι νά ἀφαιρεῖ τή βέρα του, ὡς μία πράξη σημειολογική. Ἐκεῖ τά ἱερατικά περιβάλλεται ἄμφια, πού εἶναι δηλωτικά τῆς ἱερατικῆς καί λειτουργικῆς χαρισματικῆς του ἰδιότητας. Τότε συλλειτουργεῖ μέ τούς ἀγγέλους μυστικά, ἀφήνει πίσω κάθε βιωτική μέριμνα, μετέρχεται πνευματικήν πολιτεία καί ζητεῖ νά σταθεῖ ἀξίως ἐνώπιον τοῦ ἁγίου θυσιαστηρίου. Στή Λειτουργία στήν ὁποίαν κατά τόν ἱερό Καβάσιλα «ἡ οἰκονομία τοῦ Σωτῆρος σημαίνεται»[49], ὁ ἱερέας ὡς εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ[50] δανείζει τά πάντα σ’ Ἐκεῖνον γιά νά λειτουργήσει, ὡς προσφέρων καί προσφερόμενος, ὡς «ὁ μόνος τελετάρχης Λόγος (ὁ ὁποῖος) αὐτήν (τή Λειτουργία) εἰργάσατο καί παρέδωκε, καί αὐτός ἐστιν αὕτη»[51].

 

ΕΡΩΤΗΣΗ

3ον Μνημόνευση ἐπιθέτων δίπλα στά ὀνόματα τῶν ἁγίων 

Ἐπιτρέπεται νά παρατίθενται τά ἐπίθετα δίπλα εἰς τά ὀνόματα ἁγίων, ὅταν μνημονεύονται;

π.χ. Νικόλαος Καβάσιλας

       Ἰάκωβος Τσαλίκης

       Γερβάσιος ὁ Παρασκευόπουλος

 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Ἡ ἀναφορά τῶν ἐπιθέτων τῶν ἁγίων δίπλα στά ὀνόματά των δέν συνηθίζεται. Ἡ μνημόνευση προσωνυμίων ἀφορᾶ α) τήν κατηγορία, τό «χορό» στόν ὁποῖον ἀνήκει κάποιος ἅγιος, ὅπως π.χ. Τιμοθέου ἱερομάρτυρος, Θεοδοσίου τοῦ ὁσίου, Τίτου τοῦ Ἀποστόλου, Ἠσαΐα τοῦ Προφήτου, Ζηνοβίας μάρτυρος κ.λπ., β) το χάρισμα μέ τό ὁποῖο ἕνας ἅγιος εἶναι γνωστός στήν Ἐκκλησία, ὅπως Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Ἰωσήφ τοῦ παγκάλου, ἰαματικοῦ Παντελεήμονος, Δημητρίου τοῦ μυροβλήτου κ.ἄ., γ) τήν καταγωγή καί τόν τόπο ἀσκήσεως ἑνός ἁγίου, ὅπως ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, ὁσίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου, ὁσίου Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου, ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, ὁσίου Θεοδοσίου τοῦ κοινοβιάρχου κ.λπ., δ) τήν πόλη ἤ τήν περιοχή ποιμαντορίας ἄν ὁ ἅγιος εἶναι Ἐπίσκοπος, ὅπως Νεκταρίου Πενταπόλεως τοῦ θαυματουργοῦ, Σπυρίδωνος Ἐπισκόπου Τριμυθοῦντος, Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ θαυματουργοῦ κ.ἄ.

 

ΕΡΩΤΗΣΗ

4ον Τέλεση Ἀρτοκλασίας εἰς πενθίμους ἡμέρας

Ἐπιτρέπεται ἡ τέλεσις Ἀρτοκλασίας εἰς πενθίμους ἡμέρας; π.χ. Εἰς τάς 14 Σεπτεμβρίου, 29 Αὐγούστου ἤ κατά τήν Μεγ. Τεσσαρακοστή;

 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Ἡ εὐλόγηση τῶν ἄρτων (ἀρτοκλασία) εἶναι μία πράξη πού κανονικά τελεῖται μόνο κατά τούς μετά παννυχίδος (ἀγρυπνίας) συνδεδεμένους μεγάλους Ἑσπερινούς τῶν ἑορτῶν. Συνεστήθη κατά μίμηση τοῦ θαύματος τῆς πλήθυνσης τῶν πέντε ἄρτων στήν ἔρημο[52] καί εἶναι ἐπιβίωση τῶν ἀρχαίων ἀγαπῶν. Γίνεται «διά τόν κόπον τῆς ἀγρυπνίας»[53], τήν ἐνίσχυση δηλαδή τῶν μοναχῶν κατά τήν ὁλονυκτία, καί δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τό ἄν ἡ ἡμέρα εἶναι πένθιμος ἤ ὄχι ἤ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Σέ ὅλα π.χ. τά χειρόγραφα καί ἔντυπα Τυπικά τοῦ Ἁγίου Σάββα μαρτυρεῖται ἀρτοκλασία κατά τίς ἀγρυπνίες 14ης Σεπτεμβρίου καί 29ης Αὐγούστου. Ἡ φράση «καί δίδοται τό κατακλαστόν» στό τέλος τοῦ Μεγάλου Ἑσπερινοῦ τῆς 14ης Σεπτεμβρίου προϋποθέτει ἀκριβῶς τήν τέλεση ἀρτοκλασίας, σύμφωνα καί μέ τήν τελευταία ἔκδοση τοῦ Τυπικοῦ τοῦ Ἁγίου Σάββα[54]. Γιά τήν 29η Αὐγούστου, τό ἴδιο Τυπικό στό τέλος τοῦ Μεγάλου Ἑσπερινοῦ σημειώνει . «Ἡ εὐλόγησις τῶν ἄρτων καί ἀνάγνωσις» (σ. 261). Ἀνάλογη διατάξη, ὅπως «ἡ εὐλόγησις τῶν ἄρτων καί ἡ τούτων διάδοσις», ὑπάρχει καί σέ ἁγιορειτικά Τυπικά, ὅπως π.χ. αὐτό τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξηροποτάμου, 1927, σ. 83 καί  τό Βατοπαιδινόν Τυπικόν, Ἅγιον Ὄρος 2023, σ. 237.

Ἀρτοκλασία μαρτυρεῖται ἐπίσης καί κατά τίς ἀγρυπνίες τῶν Κυριακῶν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ὅπως φαίνεται στό Τριώδιο, στό Τυπικό τοῦ Ἁγίου Σάββα καί ἄλλα Τυπικά τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Στό Τριώδιο π.χ., στήν ἀγρυπνία τῆς Α΄ Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν (Ὀρθοδοξίας), Σάββατο βράδυ πρός Κυριακή, ἡ διάταξη λέγει . «Καί δίδοται τό κατακλαστόν παρά τοῦ ἱερέως καί Ἀπόλυσις». Τό ἴδιο προβλέπεται καί κατά τήν συνήθη τάξη τῆς ἀγρυπνίας τίς Κυριακές τῆς ἐν λόγῳ περιόδου σύμφωνα μέ τό Τυπικό τοῦ Ἁγίου Σάββα (ὅ.π., σ. 55). Στό Τυπικό δέ τῆς Ἱ.Μονῆς Βατοπαιδίου στό τέλος τοῦ Μ. Ἑσπερινοῦ ὅλων τῶν Κυριακῶν τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς γίνεται λόγος γιά «τήν εὐλόγησιν τῶν ἄρτων».

Ἐκτός λοιπόν ἀγρυπνίας, ἡ ἀρτοκλασία, κατά τή μοναστική τουλάχιστον παράδοση, δέν χρειάζεται καί δέν τελεῖται . «Εἰ οὐκ ἔστι δέ (ἀγρυπνία), μετά τήν κεφαλοκλισίαν οὔτε λιτή γίνεται, οὔτε εὐλόγησις τῶν ἄρτων»[55]. Στίς ἐνορίες, ἡ ἀρτοκλασία εἶχε μία ἄλλην ἐξέλιξη. Ἀποδεσμεύθηκε ἀπό τόν μεγάλο Ἑσπερινό, ἀφοῦ συνήθως δέν γίνονται ἀγρυπνίες, καί δέν ἔχει τήν ἔννοια τοῦ στηριγμοῦ τῶν ἐκκλησιαζομένων κατά τήν ὁλονυκτία. Ἀπέκτησε περισσότερο τό χαρακτήρα τῆς εὐλογίας, τοῦ ἁγιασμοῦ καί τῆς χαρᾶς, δεδομένου ὅτι στήν παράδοσή μας ὁ ἁγιασμένος ἄρτος καί ὁ οἶνος, σέ ὅσους τά λαμβάνουν μέ πίστη, «μεταδοτικά εἰσι χαρισμάτων, ἰάσεων τε καί ἄλλων δωρημάτων πολλῶν»[56]. Ἔτσι, ἡ ἀρτοκλασία συνδέθηκε μέ τίς ἑορτές (πανηγυρικό στοιχεῖο) καί τίς μνῆμες τῶν ἁγίων πού πανηγυρίζουν. Τελεῖται πλέον στό μέσον ἤ στό τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ, «στό τέλος τοῦ Ὄρθρου (κακῶς) ἤ καί κάκιστα – κατά τόν μακαριστό καθηγητή Ἰωάννη Φουντούλη – στό τέλος τῆς θείας Λειτουργίας, ἄν μή καί τελείως ἀνεξάρτητα»[57].

Παρά τήν ἐξέλιξη ὅμως αὐτή καί τήν ἀποσύνδεση τῆς ἀρτοκλασίας ἀπό τά παραδοσιακά λειτουργικά της πλαίσια, ἔχουμε τή γνώμη ὅτι δέν ὑπάρχει ἀνάγκη νά ταυτισθεῖ μέ χαρούμενα μόνο γεγονότα καί μέ ἑορτές πού τό εὔχαρι πνεῦμα εἶναι ἔκδηλο. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι χῶρος «ἑορταζόντων ἀξίως τοῦ πνεύματος»[58] καί κάθε ἑορτή εἶναι μία πρόσκληση συμμετοχῆς στή χαρά τῆς σωτηρίας μας . «Χριστός μέν ἡμῖν ἡ πάντων ἑορτή, τῶν αἰώνων ἡ ἑορτή»[59]. 

ΕΡΩΤΗΣΗ

5ον Ἡ κοινωνία τοῦ ἱερέα ἀπό τό σολέα

Ἐπιτρέπεται ὁ ἱερεύς ὅταν δέν λειτουργεῖ καί εὑρισκόμενος συμπροσευχόμενος εἰς τον Ἱ. Ναόν νά προσέρχεται καί νά μεταλαμβάνει ἀπό τόν σολέα, ἄνευ τοῦ ἐπιτραχηλίου του;

 ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Ἔχουμε τή γνώμη ὅτι ὁ ἱερέας ὅταν προσέρχεται νά μεταλάβει, εὐρισκόμενος ἐκτός τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, θά πρέπει νά φορεῖ τό ἐπιτραχήλιο. Τό καλύτερο εἶναι τήν ὥρα ἐκείνη νά εἰσέρχεται ἐντός τοῦ Βήματος καί νά κοινωνεῖ κατά τήν προβλεπόμενη ἀπό τήν Ἐκκλησία τάξη. Περισσότερα γιά τό θέμα αὐτό μποροῦμε νά δοῦμε σέ σχετική ἀπάντηση τοῦ μακαριστοῦ καθηγητοῦ Ἰωάννη Φουντούλη . «Οἱ πρεσβύτεροι καί οἱ διάκονοι διετήρησαν τόν ἀρχαῖο τρόπο τῆς θείας κοινωνίας, ὁ ὁποῖος ἴσχυε στήν ἀρχαία Ἐκκλησία καί γιά τούς πιστούς. Δηλαδή μεταλαμβάνουν πρῶτα τοῦ τιμίου Σώματος καί κατόπιν τοῦ τιμίου Αἵματος ἀπ’ εὐθείας ἐκ τοῦ ἁγίου ποτηρίου. Καί ἄν μέν λειτουργοῦν, εἶναι γνωστός ὁ τρόπος τῆς προσελεύσεως στήν θεία κοινωνία. Ἄν πάλι δέν λειτουργοῦν, διατηροῦν ἐκ παραδόσεως τό ἴδιο προνόμιο. Δηλαδή κατά τήν ὥρα τοῦ κοινωνικοῦ περιβάλλονται τά διακριτικά τοῦ βαθμοῦ των, ἀντιστοίχως δηλαδή τό ἐπιτραχήλιο ἤ τό ὀράριο, συμμετέχουν στίς προπαρασκευαστικές εὐχές τοῦ λειτουργοῦ καί κοινωνοῦν, οἱονδήποτε ὁφφίκιο καί ἄν ἔχουν, ἀμέσως μετά τόν λειτουργοῦντα ἱερέα πρίν ἀκόμη γίνῃ ἡ συστολή τῶν ἁγίων στό ἅγιο ποτήριο, μόνοι, πλήν τοῦ διακόνου, στόν ὁποῖο μεταδίδει κατά τόν συνήθη τρόπον τήν θεία κοινωνία ὁ ἱερεύς. Συμμετέχουν ἀκολούθως στήν εὐχαριστία καί ἀποβάλλουν τά διακριτικά τοῦ βαθμοῦ των ἄμφια»[60].

                                                           Παναγιώτης Ἰ. Σκαλτσῆς

                                                           Ὁμότιμος Καθηγητής

                                                           Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.

 

[1] Πρός Τραλλιανοῖς, PG 5, III, 677A.

[2] Πρός Μαγνησιεῦσιν, PG 5, VI, 668A.

[3] Πρός Τραλλιανοῖς, PG 5, VII, 785B.

[4] Πρός Τραλλιανοῖς, PG 5, III 780A.

[5] Πρός Μαγνησιεύσιν, PG 5, III, 664-665.

[6] Πρός Σμυρναίοις, PG 5, VIII, 715B.

[7] Βλ. Ἰωάννου Δ. Ζηζιούλα, Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ θείᾳ Εὐχαριστίᾳ καί τῷ Ἐπισκόπῳ κατά τούς τρεῖς πρώτους αἰῶνας, ἐν Ἀθήναις 1990, σσ. 87-97.

[8] ΙΙ, 25, PG 1, 664C.

[9] ΙΙ, 26, PG 1, 668AB = SC 320, 234 . 238.

[10] Περί Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας Ι, ΙΙΙ, PG 3, 373C.

[11] V, VII, PG 155, 508C.

[12] Διάλογος …, ΤΜΘ΄, PG 155, 640D.

[13] Διάλογος …, ΣΑ΄, PG 155, 444C.

[14] Ἑρμηνεία περί τε τοῦ θείου Ναοῦ, PG 155, 745D.

[15] Διάλογος …, ΚΓ΄, PG 155, 116A.

[16] PG 155, 709B.

[17] Διάλογος …, 98, PG 155, 293A.

[18] Πρός Τραλλιανοῖς, VII, PG 5, 785B.

[19] ὅ.π., III, PG 5, 780A.

[20] Συμεών Θεσσαλονίκης, Ἐρμηνεία περί τε τοῦ θείου Ναοῦ, PG 155, 709B.

[21] Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Γένεσιν Ὁμιλία 56, PG 54, 487.

[22] Ἐφ. 5,32.

[23] Γεν. 2,24. Πρβλ. Ματθ. 19,5. Ἐφ. 5,31.

[24] Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ἐγκώμιον εἰς Μάξιμον. PG 51, 230. Πρβλ. Ματθ. 22,25. Μάρκ. 12,25. Λουκ. 20,35.

[25] Γεν. 2,18-25. Βλ. καί Παναγιώτη Ἰ. Σκαλτσῆ, Γάμος καί θεία Λειτουργία. Συμβολή στήν ἱστορία καί τή θεολογία τῆς Λατρείας, ἐκδ. Π.Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1998, σσ. 66-76.

[26] Β΄ Κορ. 5,17.

[27] Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Πρός Θαλάσσιον 31, PG 90, 632D, καί PG 90,313BC, καί  PG 90, 644B. Βλ. καί Παναγιώτη Ἰ. Σκαλτσῆ, ὅ.π., σσ. 109-110.

[28] Ματθ. 9,15.

[29] Ματθ. 22,2-11.

[30] Ματθ. 25,1 ἑξ.

[31] Ἀποκ. 21,2.

[32] Ἰω. 2,1-11.

[33] Ἰωάννου Καραβιδόπουλου, «Τά ἁγιογραφικά ἀναγνώσματα τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Γάμου. Ἑρμηνευτική προσέγγιση», ἐν Ὁ Γάμος στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Πρακτικά Δ΄ Πανελληνίου Λειτουργικοῦ Συμποσίου, Ἀθῆναι 2004, σ. 139.

[34] Alexander Schmemann, Γιά νά ζήσει ὁ κόσμος, ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα 21987, σ. 130.

[35] Συμεών Θεσσαλονίκης, Διάλογος …, ΣΠΒ΄, PG 155, 513D.

[36] Βλ. Σταύρου Σ. Φωτίου, Ὁ Γάμος ὡς μυστήριο ἀγάπης κατά τήν Καινή Διαθήκη, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 1994, σσ. 205-206.

[37] Τερτυλλιανοῦ, Ἀπολογία 6, PL 1, 30A.

[38] PG 155, 508B. Βλ. καί Παναγιώτη Ἰ. Σκαλτσῆ, Λειτουργικές Μελέτες Ι, ἐκδ. Π.Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2007, σσ. 102-107.

[39] Παναγιώτη Ἰ. Σκαλτσῆ, Λειτουργικές Μελέτες Ι, σ. 106. Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα, Μικρόν Εὐχολόγιον, τ.Α΄, Ἀθῆναι 21998, σ. 39. Δημητρίου Β. Τζέρπου (Πρωτ/ρου), «Σύμβολα καί Συμβολισμοί κατά τήν τέλεση τοῦ Ὀρθόδοξου Γάμου», ἐν Ὁ Γάμος στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Πρακτικά Δ΄ Πανελληνίου Λειτουργικοῦ Συμποσίου, σ. 100.

[40] π.Ἰωάννη Μέγιεντορφ, Ὁ Ὀρθόδοξος Γάμος, ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα 2004, σσ. 84-85.

[41] David Balfour, Politico – Historical works of Symeon Archbishop of Thessalonika (1416/17 to 1429) [wiener Byzantinistische Studien, Band XIII], wien 1979, σ.75. Πρβλ. Ἰσιδώρου Πηλουσιώτου, Ἐπιστολαί Ι, ΜΕ΄, PG 78, 209C.

[42] Ἀρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 1992, σσ. 359 . 364.

[43] π.Ἰωάννη Μέγιεντορφ, ὅ.π., σ. 85.

[44] PG 155, 508D.

[45] PG 155, 192B.

[46] PG 155, 185B.

[47] Βλ. Νέναντ Μιλόσεβιτς, Ἡ θεία Εὐχαριστία ὡς κέντρον τῆς θείας Λατρείας. Ἡ σύνδεσις τῶν μυστηρίων μετά τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἐκδ. Π.Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 22005.

[48] Βλ. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, Εὐχαριστία. Τό μυστήριο τῆς Βασιλείας, ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα 22000.

[49] PG 150, 369D = SC 4bis, 60.

[50] PG 155, 709A.

[51] PG 155, 253C.

[52] Ματθ. 14,15-21.

[53] Συμεών Θεσσαλονίκης, PG 155, 620B.

[54] Τυπικόν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀκολουθίας τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις ἁγίας Λαύρας τοῦ ὁσίου καί θεοφόρου πατρός ἡμῶν Σάββα, ἐπιμελείᾳ Ἀρχιμ. Νικοδήμου Σκρέττα, ἐν Ἱεροσολύμοις 2012, σ. 84.

[55] Συμεών Θεσσαλονίκης, Διάλογος …, ΤΜΒ΄, PG 155, 620Α.

[56] Συμεών Θεσσαλονίκης, ὅ.π., PG 155, 620A.

[57] Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Λειτουργική Α΄. Εἰσαγωγή στή θεία Λατρεία, Θεσσαλονίκη 52007, σ. 151. Βλ. καί Παναγιώτη Ἰ. Σκαλτσῆ, Ἡ θεία Λατρεία. Ἱστορική, θεολογική καί τελετουργική ἀναφορά, ἐκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2024, σ. 250. Φιλοθέου Νικολάκη (Ἀριχμ.), Ἡ ἀκολουθία τῆς ἀρτοκλασίας, Ἀθήνα 2004. Ἀθανασίου Δ. Κατζιγκᾶ (Πρωτοπρ.), Οἱ ἀκολουθίες λιτῆς καί ἀρτοκλασίας, Ἐπανομή 2011. Θεμιστοκλέους Χριστοδούλου (Πρωτοπρ.), Ἡ ἀκολουθία τῆς ἀρτοκλασίας. Ἱστορικολειτουργική προσέγγιση [Λειτουργικά θέματα, ἀριθμ. 3], Ἀθήνα 2002.

[58] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Λόγος τρίτος εἰς τήν Κοίμησιν, PG 96, 761C.

[59] Ἰωάννου Εὐχαΐτων, Λόγος εἰς τήν πάνσεπτον Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, PG 120, 1077B.

[60] Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς λειτουργικάς ἀπορίας, Ἀποστολική Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθήνα 41991, σ. 209. Βλ. καί Παναγιώτη Ἰ. Σκαλτσῆ, «Μετάληψη τῶν συμπροσευχομένων Κληρικῶν», ἐν Ἐφημέριος (Ἰούλ. – Αὐγ. 2025) 17-19.

Publish the Menu module to "offcanvas" position. Here you can publish other modules as well.
Learn More.