Ἡ εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ - Τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ'

Ὡς εἶναι γνωστόν, ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό κορυφαῖο ἱστορικό γεγονός τοῦ χριστιανισμοῦ. Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ νίκη κατά τοῦ θανάτου καί ἡ ἐπ' αὐτοῦ κυριαρχία. Καί βέβαια ἡ Ἀνάστασή Του εἶναι φυσικό ἐπακολούθημα τῆς θεότητος αὐτοῦ «καθότι οὐκ ἦν δυνατόν κρατεῖσθαι αὐτόν ὑπ' αὐτοῦ (τοῦ θανάτου)» (Πράξ. 2,24). Ἔτσι καί ἡ Ἀνάσταση εἶναι τό θεμέλιο τῆς πίστεως στό Χριστό καί ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὄντως Ἐκκλησία τῆς Ἀναστάσεως. Νυχθημερόν ὑμνεῖται ἡ Ἀνάσταση στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί κάθε Κυριακή ἰδιαίτερα, εἶναι ἑορτή τῆς Ἀναστάσεως, ἑορτή τοῦ Πάσχα «ἑορτῶν ἑορτή καί πανήγυρις πανηγύρεων». Τό γεγονός αὐτό ἐκφράζεται ἐκτός βέβαια ἀπό τήν ὅλη ὑμνογραφία καί ὑμνολογία καί μέ τήν ἁγιογραφική τέχνη.
Οἱ ἁγιογράφοι ἕνεκεν τῆς μή περιγραφῆς τῆς Ἀναστάσεως στούς Εὐαγγελιστές, ἱστόρησαν τήν Ἀνάσταση μέ διάφορους τύπους εἰκόνων. Εἰδικότερα στήν ὀρθόδοξη εἰκονογραφία ἔχουμε εἰκόνες πού ἐκφράζουν τό ἀναστάσιμο γεγονός. Μία πρώτη εἰκόνα ἀπεικονίζει τήν στιγμή τῆς καθόδου τοῦ Χριστοῦ στόν Ἅδη καί μία ἄλλη εἰκονίζει τόν Πέτρο καί τόν Ἰωάννη στό κενό μνημεῖο. Ἀλλά ἔχουμε καί τήν παράσταση τοῦ Ἀγγέλου, ὁ ὁποῖος κάθεται στόν ἐγηγερμένο λίθο τοῦ μνήματος καί ὁμιλεῖ στίς Μυροφόρες. Περαιτέρω ἔχουμε γιά τό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως καί τήν ἐμφάνιση τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου στή Μαρία τήν Μαγδαληνή μέ τά λόγια Του: «Μή μου ἅπτου» (Ἰω. 20,17). Τέλος, ὑπάρχει καί ἡ ἀπεικόνιση τοῦ Χριστοῦ καί σ' ἄλλη ὁμάδα Μυροφόρων οἱ ὁποῖες προσκυνοῦν τόν Χριστό. Ἡ εἰκόνα δέ τῆς Ἀναστάσεως ὅπου δείχνει τόν Χριστό νά κρατᾶ μία σημαία ἤ ἄλλες ἀπεικονίσεις εἶναι καθαρῶς δυτικῆς τεχνοτροπίας.
*
Εἰδικότερα, ἡ Ἀνάσταση ὡς σπουδαία ἀπεικόνιση μέ τόν τίτλο «Ἡ εἰς ἅδου κάθοδος», παρουσιάζει δύο βράχους καί ἀνάμεσά τους μία σκοτεινή ἄβυσσος. Στό κέντρο τῆς ἀβύσσου εἶναι ἡ μαρμάρινη σαρκοφάγος, δηλαδή ἡ πύλη τῆς κολάσεως, τήν ὁποία ἔσπασε ὁ Χριστός καί πεσμένα κάτω τά κλειδιά καί τά καρφιά καί διασκορπισμένα ἐδῶ καί ἐκεῖ. Ἀκριβῶς ἀπό κάτω ἀπό τήν σπασμένη πλέον πύλη εἰκονίζεται μία μορφή γεροντική, δεμένη μέ ἁλυσίδες καί μέ τήν αἰσχύνη στό πρόσωπο πού δηλώνει τόν διάβολο ἤ καί αὐτόν τόν θάνατο. Ὁ διάβολος εἶναι ἡ αἰτία τοῦ θανάτου καί ὁ Χριστός ἡ ζωή καί ἡ Ἀνάσταση.
Στόν Ἅδη, λοιπόν, κατῆλθε ὁ Χριστός καί κήρυξε τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν σύμφωνα καί τά λόγια τοῦ Ἰω. Δαμασκηνοῦ «κατῆλθες ἐν τοῖς κατωτάτοις τοῖς γῆς καί συνέτριψας μοχλούς αἰωνίους» (Ἀναστάσιμος Κανών, Ὠδή στ').
Τό κεντρικό πρόσωπο εἶναι ὁ Ἀναστάς Κύριος, ὁ Νικητής τοῦ θανάτου, ὁ καί χαρισάμενος τήν αἰώνια ζωή. Διακρίνουμε στήν παράσταση τά σημεῖα τῆς Σταύρωσης τόσο στά χέρια, ὅσο καί στά πόδια. Ὁ Χριστός εἰκονίζεται μέ ἀστραφτερά ἐνδύματα, ὁλόλαμπρος, φωτεινός, καθ' ὅτι αὐτός διεκήρυξε: «Ἐγώ εἰμί τό φῶς τοῦ κόσμου» (Ἰω. 8,12) καί «Ἐγώ εἰμί ἡ Ἀνάστασις καί ἡ ζωή» (Ἰω. 11,25). Καί τά ἱμάτια αὐτοῦ εἶναι λευκά ὅπως στή Μεταμόρφωση.
Ἡ ὠοειδής δόξα μέ τήν ὁποία, περιβάλλεται δηλώνει τήν θεότητά Του ἐνῶ τό βλέμμα Του εἶναι συνάμα αὐστηρό ἀλλά καί φιλάνθρωπο. Καί τοῦτο, γιατί ὁ Κύριος εἶναι αὐστηρός γιά τήν ἁμαρτία, φιλάνθρωπος ὅμως μέ τήν μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Χριστός μέ τόν θάνατό Του καί τήν Ἀνάστασή Του ἐπαναφέρει τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν πτώση του στήν αἰωνιότητα. Ὅπως λέγει ἕνα τροπάριο, ὁ Κύριος μέ τόν Σταυρό Του κατήργησε τήν τοῦ ξύλου κατάρα. Μέ τήν ταφή Του ἐνέκρωσε τοῦ θανάτου τό κράτος. Μέ τήν ἔγερσή Του φώτισε τό γένος τῶν ἀνθρώπων (Στιχ. ἀναστ. Κυριακῆς τοῦ Πάσχα).
Ἀκόμη στήν εἰκόνα ὁ Χριστός κρατάει ἀπό τούς καρπούς τῶν χεριῶν τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα καί τούς βγάζει ἀπό τόν Ἀδάμ. Μάλιστα ἡ σκηνή αὐτή ἀποτυπώνεται μέ ἰδιαίτερη κίνηση καί ζωντάνια. Οἱ πρωτόπλαστοι ἐμφανίζονται ἡλικιωμένοι καί κουρασμένοι καί σηκώνονται ἀπό μαρμάρινες σαρκοφάγους, οἱ ὁποῖες εἰκονίζονται δεξιά καί ἀριστερά τοῦ Χριστοῦ. Καί βέβαια τά σώματα καί τά χέρια τους εἶναι σέ στάση παράκλησης καί εὐχαριστίας γιά τήν ἀπελευθέρωση ἀπό τήν αἰχμαλωσία τοῦ Ἅδη καί τήν σωτηρία τους. Οἱ γενάρχες εἶναι οἱ ἀντιπρόσωποι ὅλου τοῦ ἀνθρώπινου γένους καί ἀποτελοῦν τό σύμβολο τῆς νεκρῆς ἀνθρωπότητας πού ἀνασύρεται πλέον ἀπό τόν Ἀναστάντα καί Λυτρωτή τοῦ κόσμου τόν Χριστό.
Ἔπειτα, ὄπισθεν τοῦ Ἀδάμ παριστάνεται ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, ὁ ὁποῖος κήρυξε στόν Ἅδη τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, ὡς καί οἱ βασιλεῖς τοῦ Ἰσραήλ, Δαυΐδ καί Σολομῶν. Ὄπισθεν δέ τῆς Εὔας ἱστοροῦνται οἱ Προφῆτες τῆς Π. Διαθήκης, ὁ Ἡσαΐας, Ἐνώχ καί ἄλλοι καί ἐκεῖ εἶναι καί ὁ Ἄβελ πού κρατᾶ ποιμενική ράβδο ὡς ποιμήν προβάτων.
Μέ τήν συνοπτική αὐτή περιγραφή τῆς εἰκόνας τῆς Ἀναστάσεως ἔχουμε τό κεντρικό νόημα τοῦ τροπαρίου τοῦ Πάσχα: «Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν θανάτῳ θάνατον πατήσας καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι, ζωήν χαρισάμενος».
Ἐν προκειμένῳ, ἡ πιό ὑπέροχη εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως εἶναι ἐκείνη τοῦ 17ου αἰῶνα στήν Ἱερά Μονή Βαρλαάμ στά Μετέωρα. Ἔχουμε βέβαια καί ἀλλαχοῦ τέτοιες παραστάσεις τῆς Ἀναστάσεως.
*
Μέ τήν μικρή αὐτή περιγραφή τῆς ὀρθοδόξου εἰκόνος τῆς Ἀναστάσεως ὁ νοῦς ὑποκύπτει καί ἡ πίστη προσλαμβάνει τό μέγιστο τῶν ἱερῶν Μυστηρίων. Ὁ Ἀναστάς Κύριος νικᾶ τήν ἁμαρτία, τόν θάνατο καί ἐγχειρίζει τήν νίκη καί τόν θρίαμβο τῆς ζωῆς στόν ἄνθρωπο. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας γίνεται πρόσκληση ζωῆς αἰωνίου. Ὁ Χριστός ἐνηνθρώπησε, ὁ Χριστός σταυρώθηκε, ὁ Χριστός ἀνέστη ἐκ τοῦ τάφου. Ἔγινε «Πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν» (Κολ. 1,18). Γι' αὐτό καί μποροῦμε ν’ ἀναφωνήσουμε: «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Ἀμήν.

