36. Τό δειλινό

Εἶναι ἡ ὥρα πού πέφτει, φεύγει ὁ ἥλιος πίσω ἀπό τόν ὁρίζοντα. Σέ λίγο δέν θά μᾶς φωτίζει. Πλησιάζει ἡ νύκτα. Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες τίς στιγμές αὐτές τίς ἀποκαλοῦσαν «περί λύχνων ἁφάς» δηλ. ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἄναβαν τά λυχνάρια. Εἶναι, λοιπόν, λίγο πρίν τήν σιγή τῆς νύκτας, τό λυκόφως ὅπως ἀλλιῶς λέγεται τῆς ἡμέρας.

Ἀλλά καί στήν Ἁγία Γραφή γίνεται λόγος γιά τήν ὥρα αὐτή. Γράφει ὁ Ψαλμωδός καί τό ἀκοῦμε στόν Προοιμιακό τοῦ Ἑσπερινοῦ ἤ τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Λυχνικοῦ ὅπως ὀνομάζεται: Ὁ ἥλιος ἔγνω τήν δύσιν αὐτοῦ» (Ψαλμ. 103, 19). Ἔπειτα ὁ ἀρχαιότατος ὕμνος τοῦ Λυχνικοῦ τό «Φῶς ἱλαρόν», πόσο ὑπέροχος εἶναι καί πόσο καταγλυκαίνει τίς ψυχές μας.

Ἀναγράφεται ὅμως καί τό δειλινό καί κάπου ἀλλοῦ. Εἶναι στό πρῶτο βιβλίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τήν Γένεση, ὅπου ἀναφέρει ὅτι τό δειλινό εἶναι ἡ ὥρα πού ὁ Ἴδιος ὁ Δημιουργός «περιεπάτει ἐν τῷ παραδείσῳ τό δειλινόν» (Γεν. 3, 8). Ὁ Θεός περπατάει στόν Παράδεισο καί μάλιστα ζητεῖ νά συναντήσει τόν Ἀδάμ, τόν ἄνθρωπο. Ὁποία συγκλονιστική συνάντηση!

Ὡστόσο, ἀξίζει μ' ἀφορμή τό δειλινό νά σκεφθοῦμε καί τό ἄλλο δειλινό, ἐκεῖνο τῆς ζωῆς μας. Εἶναι τό γῆρας, τά λευκά μαλλιά τῆς κεφαλῆς, οἱ ρυτίδες, ἡ κόπωση, τό κύρτωμα ἴσως, ἡ ἀδυναμία τῶν ὀφθαλμῶν, τῆς ἀκοῆς, τῆς ὅρασης. Ἡ τελευταία σελίδα μιᾶς ζωῆς.

Γι' αὐτό, πολύ σοφά εὐχόμεθα καί προσευχόμεθα «χριστιανά τά τέλη τῆς ζωῆς ἡμῶν, ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα, εἰρηνικά καί καλήν ἀπολογίαν τήν ἐπί τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ».


Εκτύπωση   Email