1. Βήματα στήν ἄμμο
«Ἀπεφάσισε κάποιος νά γίνει μοναχός καί παρεκάλεσε τόν Κύριο νά τοῦ συμπαραστέκεται στόν ἀγῶνα, πού θά ἀνελάμβανε, καί νά τόν ἐνισχύει στίς στιγμές τῶν πειρασμῶν. Καί ὁ Κύριος τοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι πράγματι θά τόν βοηθεῖ πάντοτε. Ἀγωνίσθηκε θεαρέστως σέ ὅλη του τήν ζωή ὁ Ἐρημίτης. Ὅταν ἔφθασε στό τέλος τῆς ζωῆς του κάθησε καί ἀναλογίσθηκε ὅλη του τή ζωή καί τόν ἀγῶνα του καί εἶδε πάνω στήν ἄμμο βήματα καί τά βήματα τοῦ Χριστοῦ. Ἀπό αὐτό συνεπέρανε ὅτι πράγματι ὁ Χριστός τόν ἀκολουθοῦσε πάντοτε, ὅπως τοῦ ὑποσχέθηκε. Παρετήρησε ὅμως ὅτι σέ μερικά σημεῖα ὑπῆρχαν βήματα ἑνός μόνο ἀνθρώπου καί μάλιστα αὐτό γινόταν κατά τίς πιό δύσκολες στιγμές τῶν πειρασμῶν καί τῶν θλίψεων. Εἶπε τότε πρός τόν Χριστό: «Σύ Κύριε μοῦ ὑποσχέθηκες, ὅτι πάντοτε θά μοῦ συμπαραστέκεσαι καί τώρα βλέπω πώς στίς δύσκολες περιστάσεις ἤμουν μόνος». Καί τότε τοῦ λέγει ὁ Χριστός: «Δέν ἤσουν μόνος, διότι τότε σέ κρατοῦσα ἀγκαλιά».

