Γράψτε τη λέξη/φράση αναζήτησης

Popular Tags

01

2. Τό φιλί τῆς συγγνώμης

 

Ἕνα γκρίζο καί μελαγχολικό πρωινό βρισκόμουν στήν πόρτα ἑνός ἀστυνομικοῦ τμήματος πού χρησίμευε γιά προσωρινή φυλακή. Ὑπῆρχαν κι’ ἄλλοι ἄνθρωποι κοντά μου, ἄλλοι περαστικοί πού στάθηκαν ἀπό περιέργεια, ἄλλοι ἀπό συμπόνια, ἄλλοι γιατί εἶχαν κάποιο συγγενῆ ἤ γνωστό τους. Περιμέναμε ν' ἀνοίξει ἡ πόρτα.

Σέ λίγο ἄκουσα βήματα πού πλησίαζαν κι' ὕστερα φωνές διαπεραστικές. Ξεχώριζε ἡ φωνή μιᾶς γυναίκας πού οὔρλιαζε. Ὅταν ἄνοιξε ἡ πόρτα εἶδα ἕνα θέαμα πού δέν θά τό ξεχάσω ποτέ: δυό ἀστυνομικοί κρατοῦσαν γερά ἀπό τά μπράτσα, ὁ ἕνας ἀπό ἀριστερά καί ὁ ἄλλος ἀπό δεξιά, μία νέα γυναῖκα. Δύο ἄλλοι πήγαιναν μπροστά καί ἄλλοι δύο ἀπό πίσω της. Τά μαλλιά της ἦταν ἀκτένιστα, ἀνακατωμένα. Τά ροῦχα της ξεσχισμένα . Πάλευε γιά νά ἐλευθερώσει τά χέρια της ἀπό τά ὄργανα τῆς τάξεως. Βλαστημοῦσε, ἔβριζε, καταριόταν, κουνοῦσε ἄγρια τό κεφάλι της, ἐνῶ οἱ ἕξι ἀστυνομικοί τήν ἔσερναν στόν διάδρομο. Τί νά κάνω; ΣΕ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΘΑ ΕΧΑΝΑ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ! Σκέφθηκα: Νά προσευχηθῶ; Δέν εἶχα καιρό. Νά τῆς δώσω τά λεφτά; Δέν θά μποροῦσε νά τά πάρει. Νά ψάλω; Θά ἦταν παράλογο. Μιά ξαφνική ὤθηση μ' ἔκανε νά προχωρήσω γρήγορα. Τήν φίλησα στό μάγουλο!

Ἦταν ἔμπνευση θεϊκή! Δέν στάθηκα γιά νά τό σκεφθῶ. Ἔπρεπε νά ἐνεργήσω ἀστραπιαῖα! Οἱ ἀστυνομικοί, κατάπληκτοι ἀπό τήν ἐνέργειά μου, ξέσφιξαν πρός στιγμήν τά χέρια της. Δέν ξέρω πῶς, μέ κάποια προσπάθεια, ἐλευθέρωσε τά χέρια της, τά ἕνωσε, καί ἐνῶ ὁ ἀέρας ἀνέμιζε τά ἀκατάστατα μαλλιά της, σήκωσε τά μάτια της στόν συννεφιασμένο οὐρανό καί φώναξε: «Θεέ μου!». Κατόπιν κοίταξε γύρω της σάν νά τἆχε χαμένα καί ξανά σήκωσε τά μάτια της στόν οὐρανό: «Θεέ μου, ποιός λοιπόν μέ φίλησε; Ἀπό τόν καιρό πού πέθανε ἡ δόλια ἡ μάνα μου, κανείς δέν μέ φίλησε». Σκέπασε τό πρόσωπό της μέ τά χέρια της καί ἀφέθηκε νά ὁδηγηθεῖ σάν ἄκακο ἀρνάκι στό αὐτοκίνητο τῆς Ἀστυνομίας πού θά τήν πήγαινε στήν φυλακή, ἐπαναλαμβάνοντας: «Κανείς ποτέ δέν μέ φίλησε ἀπό τόν καιρό πού πέθανε ἡ μάνα μου».

Μερικές μέρες ἀργότερα, πῆγα νά τήν ἐπισκεφθῶ στήν φυλακή καί βρῆκα στήν πόρτα τήν ἐπιμελήτρια.

«Ναί», μοῦ εἶπε, κουνῶντας τά κλειδιά της. «Τήν εἴχαμε πολλές φορές ἐδῶ τήν καημένη. Νομίζω ὅτι δέν εἶναι πιά στά καλά της, δέν κάνει τίποτε ἄλλο ἀπό τό νά πηγαίνει πέρα – δῶθε στό κελί της καί ρωτᾶ κάθε φορά πού μπαίνω: «Ξέρετε ποιός μοῦ ἔδωσε ἕνα φιλί;»

Τήν παρεκάλεσα νά μοῦ ἐπιτρέψει νά μπῶ στό κελί προσθέτοντας: «Ξέρετε, εἶμαι ἡ καλύτερή της καί ἡ μόνη της φίλη, ἀφῆστε με νά πάω νά τῆς μιλήσω...».

*

Ὅταν μπῆκα, εἶδα ὅτι εἶχε πλύνει τό πρόσωπό της – εἶχε ὡραῖα μεγάλα μάτια- καί μοῦ εἶπε: «Ξέρετε ποιός μέ φίλησε; ὅταν οἱ ἀστυνομικοί μέ ἔφεραν ἐδῶ πρίν λίγες μέρες, κάποια γυναῖκα βγῆκε μέσ' ἀπό τό πλῆθος καί μέ φίλησε στό μάγουλο. Ξέρετε ποιά ἦταν;»

Κατόπιν μοῦ διηγήθηκε τήν ἱστορία της.

«Ἤμουν τό μόνο παιδί τῆς χήρας μάνας μου. Ὅταν πέθανε ἤμουν ἑπτά ἐτῶν. Ἦταν πολύ φτώχια, ἄν καί ἀπό καλή οἰκογένεια. Πέθανε στό πίσω δωμάτιο ἑνός ὑπογείου, μέσα στό σκοτάδι. Λίγο πρίν πεθάνει, μέ φώναξε, πῆρε τό πρόσωπό μου στά δυό της χέρια, μέ φίλησε καί εἶπε: «Θεέ μου, λυπήσου τό φτωχό μου κοριτσάκι, ὅταν δέν θἆμαι πιά κοντά του, φύλαξέ το, φρόντιζέ το!.. Ἀπό τότε κανείς δέν μέ φίλησε στό πρόσωπο».

Καί μετά ξαναρώτησε: «Ποιά μοῦ' δῶσε ἐκεῖνο τό φιλί;»

«Ἐγώ», τῆς ἀπάντησα, «ἐγώ σέ φίλησα!»

Τῆς μίλησα γιά τόν Χριστό τοῦ Ὁποίου ἡ ἀγάπη εἶναι ἀσύγκριτα πιό τρυφερή καί πιό μεγάλη ἀπό τήν ἀγάπη οἱουδήποτε ἀνθρώπου. Γιά Κεῖνον, πού γιά νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τίς ἁμαρτίες μας σταυρώθηκε, γιά νά μπορέσει νά μᾶς χαρίσει τό φιλί τῆς συγγνώμης...

Βλέπω ἀκόμη μέχρι σήμερα στό πέτρινο πάτωμα τοῦ κελλιοῦ τή λιμνούλα ἀπό τά δάκρυά μας. Βρῆκε τό φῶς, τή χαρά, τή γιατρειά, τήν παρηγοριά καί τήν σωτηρία. Πρίν βγεῖ ἀπό τή φυλακή οἱ ἐπιμελήτριες ὁμολογοῦσαν τήν θαυμαστή ἀλλαγή της.

Publish the Menu module to "offcanvas" position. Here you can publish other modules as well.
Learn More.