16. Βολταῖρος: «Θεέ παντοδύναμε, πιστεύω».
Ἕνα πρωϊνό τοῦ Μαΐου στήν Ἑλβετία ὅπου βρισκόταν ὁ Βολταῖρος γνωστός γιά τίς ὀρθολογιστικές ἀντιλήψεις του εἶπε στόν κόμητα Λατούρ ἄν ἐπιθυμοῦσε νά ὑπάγουν μαζί ἕνα περίπατο. Ἐπειδή ὅμως ἦταν τρίτη ὥρα πρωϊνή, ὁ Λατούρ νόμισε ὅτι ὁ Βολταῖρος ὀνειρευόταν. Ὅμως, τοῦ τό ξαναεῖπε γιά δεύτερη φορά. Τότε κατάλαβε ὅτι ἦταν ἀληθινό γεγονός καί σέ λίγο ξεκίνησαν μαζί τόν περίπατο. Μόλις ξεκίνησαν τοῦ λέγει ὁ Βολταῖρος: «Ἀγαπητέ μου πηγαίνω γιά νά δῶ τήν ἀνατολή τοῦ ἥλιου», ἐνῶ ἀκόμη ἦταν σκοτάδι, γι' αὐτό καί προπορευόταν ἕνας ὁδηγός μέ φανάρι.
Μετά ἀπό δίωρο ὁδοιπορία φάνηκε τό λυκαυγές. Ἡ ἀνατολή τοῦ ἥλιου ἄρχισε νά δείχνει τά κοκκινωπά χρώματα μακρυά στόν ὁρίζοντα. Ὁ Βολταῖρος, μεγάλος καί στήν ἡλικία, ἦταν ἤδη 80 ἐτῶν στηριζόμενος στόν βραχίονα τοῦ βοηθοῦ του – ὁδηγοῦ, ἔφθασε στήν κορυφή μικροῦ βουνοῦ, ὅπου τό θέαμα ἦταν μεγαλοπρεπέστατο. Ὅλα γύρωθεν ἦταν μαγευτικά. Τά βράχια, τά ἔλατα, τά ρυάκια, ἡ πεδιάδα, ὁ φλογίζων τόν οὐρανόν πορφυρός κύκλος, ὅλα ὅσα ἔβλεπε ἀμίμητα κάλλη.
Τότε ὁ Βολταῖρος κυριεύθηκε ἀπό συναισθήματα εὐλάβειας, ἔβγαλε τό καπέλο του, γονάτισε, ἄνοιξε τό στόμα του καί φώναξε: «Πιστεύω, Θεέ Παντοδύναμε, πιστεύω». Τό εἶπε πολλές φορές μ' ὅλη τήν δύναμη τῆς ψυχῆς καί δάκρυσε.

