15. Μιά Νοσηλεύτρια στό Νοσοκομεῖο
Ἡ σκηνή στό Νοσοκομεῖον. Ἡ Νοσηλεύτρια – Ἀδελφή, μέ τό χαμόγελο τῆς καλωσύνης, προσφέρει ἕνα ζεστό σέ κάποιον ἄπιστον, πού εἶναι ἄρρωστος ἀπό καιρό. Ὁ ἀπότομος ὅμως καί ἀναιδής ἀσθενής ἁρπάζει τό φλυτζάνι καί τῆς πετᾷ τό ζεστό στό πρόσωπο. Ἡ ἤρεμη νοσηλεύτρια σκύβει τό κεφάλι καί ἀπομακρύνεται, χωρίς νά πῇ λέξι.
Σέ λίγο ξαναπαρουσιάζεται μέ νέο ζεστό. Ὁ ἄπιστος γίνεται θηρίο καί ἐπαναλαμβάνει τήν ἴδια πρᾶξι. Ἀλλ' ἡ Νοηλεύτρια σιωπᾷ. Ἀλλάζει τά μουσκεμμένα ροῦχα της, κι ἔπειτα ἐπιστρέφει στό προσκέφαλο τοῦ ἀρρώστου, εἰς τόν ὁποῖον καί ἀπευθύνει λόγια καλωσύνης καί στοργῆς. Ὁ σκληρός ἄνθρωπος συγκινεῖται. Κοιτάζει μέ θαυμασμό τήν Νοσηλεύτρια καί τῆς λέγει: «Σεῖς δέν εἶσθε πλάσμα τῆς γῆς αὐτῆς... Ποιός σᾶς ἐδίδαξε νά φέρεσθε ἔτσι;».
Ἡ Νοσηλεύτρια, πολύ συγκινημένη, τοῦ δείχνει μέ ἁπλότητα καί γλυκύτητα τόν Ἐσταυρωμένον, πού εἶχε κρεμασμένο στόν λαιμό της. Ὁ ἄπιστος δέν ἐκρατήθηκε˙ ξέσπασε σέ δάκρυα καί ἐζήτησε μέ συντριβήν νά φιλήσῃ τόν Ἐσταυρωμένον... Τήν ἄλλην ἡμέραν ἐξωμολογήθη...
Στό βιβλίο τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ τό παράδειγμα τῆς Νοσηλεύτριας – Ἀδελφῆς εἶχε γίνει ἡ πιό φωτεινή σφραγῖδα!...

