3. Βρῆκα τόν Χριστό στήν καρδιά σου
«Αὔριο τό πρωΐ», ἄρχισε νά λέει ὁ χειρουργός, «θά σοῦ ἀνοίξω τή καρδιά. Ὦ! Γιατρέ,» εἶπε ὁ μικρός ἀσθενής, «θά βρεῖς τό ΧΡΙΣΤΟ ἐκεῖ». Ὁ Γιατρός ἔκανε πώς δέν ἄκουσε καί συνέχισε, «Θά τήν ἀνοίξω τήν καρδιά σου γιά νά δῶ τί ζημιά ἔχει γίνει». «Ναί, γιατρέ, ἐκτός ἀπ' αὐτό θά βρεῖς καί τό Χριστό μέσα στήν καρδιά μου!».
Ὁ γιατρός κοίταξε τούς γονεῖς τοῦ μικροῦ παιδιοῦ πού παρέμειναν σιωπηλοί, καί συνέχισε, «Θά δῶ τί ζημιά ἔγινε καί θά δῶ τί μπορῶ νά κάνω γιά νά τή διορθώσω. «Ὁ μικρός ὅμως ἐπέμενε. «Ἀλλά θά βρεῖς γιατρέ καί τό Χριστό μέσα στήν καρδιά μου. Ἡ Ἁγία Γραφή λέγει πώς Ἐκεῖνος κατοικεῖ ἐκεῖ. Καί οἱ ὕμνοι πού ψάλουμε στήν ἐκκλησία λένε τό ἴδιο. Θά Τόν βρεῖς μέσα στήν καρδιά μου!». Ὁ γιατρός, λίγο ἐκνευρισμένος μέ τήν ἐμμονή τοῦ μικροῦ τοῦ ἀπάντησε: «Θά σοῦ πῶ τί θά βρῶ μέσα στήν καρδιά σου. Θά βρῶ κατεστραμμένους μῦς, βουλωμένες ἀρτηρίες καί χαμηλή πίεση τοῦ αἵματος. Νά δῶ τί θά μπορέσω νά κάνω». Καί ὁ μικρός ὅμως συνέχισε, «Θά βρεῖς καί τόν Ἰησοῦ ἐπίσης. Αὐτός ζεῖ ἐκεῖ». Ὁ γιατρός ἐπέστρεψε στό γραφεῖο του ἀρκετά σκεφτικός καί λίγο προβληματισμένος.
Πῆρε τήν καρτέλα τοῦ παιδιοῦ στά χέρια του καί τή μελέτησε προσεκτικά. Ὅλες οἱ ἰατρικές ἐξετάσεις πού εἶχαν γίνει ἔδειχναν κατεστραμμένη ἀορτή, κατεστραμμένη βαλβῖδα καί μία γενικευμένη καταστροφή τῶν μυῶν τῆς καρδιᾶς. Μέ κόκκινο μολύβι εἶχε σημειώσει: «Δέν ὑπάρχει ἐλπίδα γιά μεταμόσχευση. Θεραπευτική ἀγωγή: παυσίπονα καί παραμονή στό κρεβάτι. Πρόγνωση: Θάνατος μέσα σ' ἕνα χρόνο. Ἔβαλε τό πρόσωπό του μέσα στά δυό χέρια του καί ἔμεινε γιά πολύ ὥρα ἔτσι σκεπτικός. Ἡ κατάσταση τοῦ παιδιοῦ ἦταν τραγική. Ἐκεῖνο ὅμως πίστευε στό Θεό καί στόν Ἰησοῦ. Ἕνα σωρό «γιατί» τόν βασάνιζαν.
Ὁ ἴδιος ἐδῶ καί πολλά χρόνια εἶχε πάψει νά ἐνδιαφέρεται γιά τά πράγματα τοῦ Θεοῦ. Τώρα ὅμως ἄρχισε νά λυγίζει. Κάποια στιγμή στράφηκε πρός τά ἐπάνω καί φώναξε: «Γιατί; Γιατί τό ἐπέτρεψες αὐτό; Γιατί νά ὑποφέρει αὐτό τό παιδί; Γιατί νά εἶναι καταδικασμένο νά πεθάνει σέ λίγο;». Ὁ Κύριος ἀπάντησε, «Τό ἀγόρι αὐτό εἶναι τό πρόβατό Μου καί θά ἐπιστρέψει στό κοπάδι Μου. Ἔχει φέρει εἰς πέρας τήν ἀποστολή του πού ἦταν νά φέρει πίσω στό κοπάδι Μου ἕνα ἄλλο χαμένο πρόβατό Μου!!!». Τά μάτια τοῦ γιατροῦ γέμισαν δάκρυα.
Τό μεσημέρι τῆς ἑπόμενης μέρας ὁ γιατρός στεκόταν δίπλα στό κρεβάτι τοῦ μικροῦ παιδιοῦ καί οἱ γονεῖς του στά πόδια του. Ἡ ἀγωνία ἦταν ἔκδηλη στά πρόσωπα ὅλων. Κάποια στιγμή ὁ μικρός ἄρχισε νά συνέρχεται ἀπό τή νάρκωση. Μόλις ἄνοιξε τά μάτια του καί εἶδε τό γιατρό, ψέλλισε: «Γιατρέ ἄνοιξες τή καρδιά μου;». «Ναί, παιδί μου» τοῦ ἀπάντησε ὁ χειρουργός. «Τί βρῆκες γιατρέ;». «Βρῆκα τό Χριστό ἐκεῖ», ἀπάντησε ὁ γιατρός.

