34. Ἡ πίστη τοῦ ναυάρχου
Ὁ ναύαρχος Παῦλος Κουντουριώτης διετήρησε τήν πίστιν τῶν παιδικῶν του χρόνων καί τῶν οἰκογενειακῶν του παραδόσεων καθ' ὅλην τήν ναυτικήν του σταδιοδρομίαν καί τήν διέλευσίν του ἀπό τά ἀνώτατα τῆς Πολιτείας ἀξιώματα.
«Ἔκανα τό Σταυρό μου καί μέ τήν πίστιν στήν ψυχή ξεκίνησα γιά τή μάχη», ἔλεγε γιά τήν περίφημη καί νικηφόρο ναυμαχία τῆς Ἕλλης (1912) τοῦ Α' Βαλκανικοῦ πολέμου, ἡ ὁποία τόσην εἶχε σημασίαν διά τήν Ἑλλάδα, καί κατά τήν ὁποίαν ἔφερε μετά βαθείας πίστεως τόν σταυρόν τοῦ Παναγίου Τάφου εἰς τό στῆθος, διά νά ἀντλῇ δύναμιν εἰς τήν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος. Ἀπό τήν πίστιν αὐτήν ἐνεπνέετο, διά νά ἀδιαφορῇ πρός τάς εἰρωνείας ἀνωτάτων ἀξιωματούχων, ὅταν αὐτός ἀφελέστατα ἐτήρει τάς θρησκευτικάς νηστείας εἰς τά γεύματά των. Ἀπό τήν πίστιν αὐτήν ὠθεῖτο νά ἐπιδιώκῃ εὐκαιρίας (καί ὅταν ἀκόμη τά ἀνώτατα ἀξιώματα τόν ἐδίωκον), διά νά εὑρίσκεται ἀπό βαθέος ὄρθρου εἰς τό ἐκκλησάκι τῆς Ὕδρας, εἰς τό ὁποῖον ἐζήτησε νά κηδευθῇ, καί εἰς τό ὁποῖον τοσάκις ἀνέγνωσε τόν ἑξάψαλμον τοῦ Ὄρθρου.

