Το θείο κήρυγμα του Σεβ. Μητροπολίτου Άρτης κ. Καλλινίκου στον Πανηγυρικό Εσπερινό της Υπαπαντής του Κυρίου στον ομώνυμο Ι.Ναό του Επισκοπείου Μάνης (1 Φεβρ. 2026)
Σεβασμιώτατε Μητροπολίτα Μάνης κ. Χρυσόστομε,
Σας ευχαριστούμε διότι μαζί με τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Δημητριάδος και Αλμυρού κ. Ιγνάτιο, μας δώσατε τήν ευκαιρία να μοιραστούμε την χαρά σας.
Απόψε η Εκκλησία δεν μας καλεί σε θόρυβο, αλλά σε στάση. Μας βάζει να σταθούμε στο κατώφλι του Ναού και να κοιτάξουμε ένα γεγονός μικρό στα μάτια των ανθρώπων, μα μέγα όσο ο ουρανός. Ένα Βρέφος σαρανταήμερο, μια Μάνα σιωπηλή, δυο χέρια γεροντικά. Κι όμως, εδώ γίνεται η συνάντηση Θεού καί ανθρώπου. Αυτή είναι η Υπαπαντή. Και γι’ αυτό είναι πολιούχος αυτού του τόπου. Γιατί πόλη χωρίς συνάντηση με τον Θεό, είναι πόλη χωρίς καρδιά.
Σαράντα μέρες μετά Την Γέννηση, ό Χριστός ανεβαίνει στον Ναό. Δεν Τον ανεβάζουν οι άγγελοι, αλλά η Παναγία και ο Ιωσήφ. Δεν Τον συνοδευει δόξα, αλλά υπακοή. Υπακούει στον Νόμο Εκείνος που έγραψε τον Νόμο. Δέχεται να προσφερθεί όπως κάθε πρωτότοκο παιδί, Εκείνος που είναι ο Μονογενής του Πατρός. Έτσι μπαίνει ο Θεός στην ιστορία: όχι καταλύοντας, αλλά πληρώνοντας˙ όχι καταργώντας, αλλά σηκώνοντας στυς ώμους Του την ανθρώπινη αδυναμία.
«Κόλπους Πατρός τυποῦσι τοῦ σοῦ, Χριστέ μου, τοῦ Συμεών αἱ χεῖρες». Τα χέρια του Συμεών έγιναν εικόνα των κόλπων του Πατέρα. Χέρια κουρασμένα, γεμάτα ρυτίδες, μα καθαρά. Γιατί ο Θεός δεν ζητά νεανικά χέρια, ζητά καθαρή καρδιά. Δεν ζητά δύναμη, ζητά πίστη που άντεξε στον χρόνο.
Ο Συμεών περίμενε χρόνια. Περίμενε χωρίς να βλέπει σημάδια. Περίμενε χωρίς να κρατά τίποτα στα χέρια του. Και δεν έφυγε από τον Ναό. Δεν είπε «δεν γίνεται τίποτα». Έμαθε να περιμένει όπως περιμένει ο άνθρωπος που εμπιστεύεται τον Θεό περισσότερο απ’ τον εαυτό του. Κι όταν ήρθε η ώρα, κράτησε στην αγκαλιά του Αυτόν που κρατά τα σύμπαντα.
Και τότε, είπε τον λόγο που δεν λέγεται εύκολα: «Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα». Όχι λόγος παραίτησης, αλλά πληρότητας. Γιατί ο άνθρωπος δεν σώζεται ζώντας πολύ, αλλά συναντώντας τον Χριστό. Κι όποιος Τον συνάντησε, μπορεί να φύγει ειρηνικά.
Δίπλα του η προφήτισσα Άννα. Χήρα, νηστική, προσευχόμενη. Άνθρωπος αθέατος. Κι όμως, τα μάτια της είδαν πρώτα το Φως. Γιατί ο Θεός αποκαλύπτεται όχι στους χορτάτους, αλλά στους πεινασμένους για αλήθεια.
Αδελφοί μου,
Στην Υπαπαντή συναντιέται η Παλαιά με την Καινή Διαθήκη. Ο Νόμος με τη Χάρη. Η προσμονή με την εκπλήρωση. Ο Συμεών παραδίδει τον κόσμο στον Χριστό και απολύεται. Δεν υπάρχει πια λόγος να περιμένει. Ήρθε Αυτός που περίμεναν οι αιώνες.
Κι όμως, μέσα στη χαρά, ακούγεται και λόγος πικρός: «Και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία». Η Παναγία μαθαίνει πως το Φως περνά από τον Σταυρό. Γιατί ο Θεός δεν σώζει με ψέματα. Η αγάπη Του είναι αληθινή και γι’ αυτό πονά. Μα ο πόνος αυτός δεν σκοτώνει˙ ζωογονεί.
Η Υπαπαντή, αδελφοί μου, δεν είναι μόνο ανάμνηση. Είναι πρόσκληση. Μας ρωτά η Εκκλησία: Έχεις μέσα σου Ναό; Έχεις υπομονή να περιμένεις; Ή βιάστηκες να γεμίσεις τη ζωή σου με άλλα, πιο εύκολα και πιο φτηνά;
Το Γύθειο, η καρδιά της Μάνης, τιμά σήμερα την Υπαπαντή ως πολιούχο. Και τούτο δεν είναι τυχαίο. Γιατί πόλη λιμανιού ξέρει τι θα πεί αναμονή. Ξέρει τι θα πει συνάντηση. Ξέρει τι θα πει να κοιτάς τον ορίζοντα και να ελπίζεις. Έτσι και η Εκκλησία: λιμάνι για τους κουρασμένους, τόπος συνάντησης με τον Χριστό.
Πριν κλείσω, αισθάνομαι ανάγκη καρδιάς να ευχαριστήσω θερμά τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Μάνης κ. Χρυσόστομο για την πρόσκληση και τη φιλοξενία, διότι μαζί και με τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Δημητριάδος και Αλμυρού κ. Ιγνάτιο γίναμε μέτοχοι της χαράς σας. Η σύναξή μας απόψε φανερώνει πως η Εκκλησία είναι κοινωνία προσώπων και κοινή μαρτυρία πίστεως.
Αδελφοί μου, ας γίνουμε κι εμείς άνθρωποι της Υπαπαντής. Άνθρωποι της υπομονής, της σιωπής και της συνάντησης. Κι ας μπορέσουμε κάποτε να πούμε με ειρήνη: Τώρα, Κύριε, είδα το Φως. Και μου φτάνει. Αμήν.

