12. Η Μάνα με το ένα μάτι
Ἡ μητέρα του εἶχε μόνο ἕνα μάτι… Ντρεπόταν γι’ αὐτήν κι ὧρες ὧρες τήν μισοῦσε.
Ἡ δουλειά της ἦταν μαγείρισσα στήν φοιτητική λέσχη. Μαγείρευε γιά τούς φοιτητές καί τούς καθηγητές γιά νά βγάζει τά ἔξοδά τους… Δέν ἤθελε νά τοῦ μιλάει γιά νά μήν μαθαίνουν ὅτι εἶναι παιδί μιᾶς μητέρας μέ… ἕνα μάτι. Οἱ φοιτήτριες ἔφευγαν γρήγορα, ὅποτε τήν ἔβλεπαν νά βγαίνει γιά λίγο ἀπό τήν κουζίνα κι ἔλεγαν πώς δέν ἄντεχαν τό θέαμα καί πώς τούς προκαλοῦσε μιά ἀνυπόφορη ἀνατριχίλα…
Μά ἀπό μικρός εἶχε πρόβλημα μέ τήν εἰκόνα τῆς μητέρας του.
Μιά μέρα ὅταν ἀκόμη πήγαινε στό δημοτικό, πέρασε ἡ μητέρα του στό διάλειμμα νά τοῦ πεῖ ἕνα γειά. Ἔνοιωσε πολύ στενοχωρημένος. «Πῶς μπόρεσε νά τοῦ τό κάνει αὐτό»;… ἀναρωτιόταν… Τήν ἀγνόησε, τῆς ἔριξε μόνο ἕνα μισητό βλέμμα κι ἔτρεμε. Τήν ἑπόμενη μέρα ἕνας ἀπό τούς συμμαθητές του φώναξε: «Εεεε, ἡ μητέρα σου ἔχει μόνο ἕνα μάτι!»... Ἤθελε νά πεθάνει. Ἤθελε νά ἐξαφανιστεῖ. Ὅταν γύρισε σπίτι, τῆς εἶπε: «Ἄν εἶναι ὅλοι νά γελᾶνε μαζί μου ἐξαιτίας σου τότε καλύτερα νά πεθάνεις!». Αὐτή δέν τοῦ ἀπάντησε…
«Δέν μ’ ἔνοιαζε τί εἶπα ἤ τί αἰσθάνθηκε, γιατί ἤμουν πολύ νευριασμένος», ἔλεγε ἀργότερα σ’ ἕνα φίλο του. «Ἤθελα νά φύγω ἀπό ἐκεῖνο τό σπίτι καί νά μήν ἔχω καμία σχέση μαζί της. Ἔτσι διάβασα πάρα πολύ σκληρά μέ σκοπό νά φύγω μιά μέρα μακριά γιά σπουδές… καί τά κατάφερα, μά ἦλθε κι ἔπιασε αὐτή τή δουλειά στή λέσχη γιά νά μέ βοηθάει… Δέν μποροῦσε νά πάει κάπου ἀλλοῦ;…».
Ἀργότερα παντρεύτηκε. Ἀγόρασε ἕνα δικό του σπίτι. Ἔκανε δικά του παιδιά κι ἦταν εὐχαριστημένος μέ τή ζωή του, τά παιδιά του, τήν γυναῖκα του καί τή δουλειά του!
Μιά μέρα μετά ἀπό χρόνια ἀπουσίας, ὅπως ὁ ἴδιος τῆς ζήτησε, ἡ μητέρα του πῆγε νά τόν ἐπισκεφτεῖ.
Δέν εἶχε δεῖ ποτέ ἀπό κοντά τά ἐγγόνια της. Μόλις ἐμφανίστηκε στήν πόρτα, τά παιδιά του ἄρχισαν νά γελᾶνε, θύμωσε ἐπειδή εἶχε πάει χωρίς νά τοῦ τό ζητήσει καί χωρίς νά τόν προειδοποιήσει. Τότε τῆς φώναξε: «Πῶς τολμᾶς νά ἔρχεσαι ξαφνικά στό σπίτι μου καί νά τρομάζεις τά παιδιά μου; Βγές ἔξω! Φύγε!». Ἡ μητέρα του ἀπάντησε γαλήνια: «Αα, πόσο λυπᾶμαι, κύριε! Μᾶλλον μοῦ ἔδωσαν λάθος διεύθυνση» κι ἐξαφανίστηκε, χωρίς νά καταλάβουν τά μικρά πώς εἶναι γιαγιά τους…
Πέρασαν χρόνια καί μία μέρα βρῆκε στό γραμματοκιβώτιο τοῦ σπιτιοῦ του μία ἐπιστολή γιά τή σχολική συγκέντρωση τῆς τάξης του ἀπό τό δημοτικό σχολεῖο, πού θά γινόταν στήν πόλη πού γεννήθηκε… Εἶπε ψέματα στή γυναῖκα του ὅτι θά ἔκανε ἕνα ἐπαγγελματικό ταξίδι καί πῆγε. Ὅταν τελείωσε ἡ συγκέντρωση τῶν συμμαθητῶν, πῆγε στό σπίτι πού μεγάλωσε, μόνο ἀπό περιέργεια… Οἱ γείτονες, τοῦ εἶπαν ὅτι ἡ μητέρα του εἶχε πεθάνει πρόσφατα. Δέν ἔβγαλε οὔτε ἕνα δάκρυ. Τοῦ ἔδωσαν ἕνα γράμμα πού εἶχε ἀφήσει γι’ αὐτόν:
«Ἀγαπημένε μου γιέ, σέ σκέφτομαι συνέχεια. Λυπᾶμαι πού ἦρθα στό σπίτι σου καί φόβησα τά παιδιά σου. Ἔμαθα ὅτι ἔρχεσαι γιά τήν σχολική συγκέντρωση κι ἔνοιωσα πολύ χαρούμενη. Ἀλλά φοβᾶμαι ὅτι μπορεῖ νά μήν εἶμαι σέ θέση νά σηκωθῶ ἀπό τό κρεβάτι γιά νά ἔρθω νά σέ δῶ. Ἔγραψα αὐτό τό γράμμα νά στό δώσουν ἄν δέν μέ προφτάσεις. Στεναχωριέμαι πού σέ ἔφερνα σέ δύσκολη θέση καί ντρεπόσουν γιά μένα ὅσο ἤσουν μικρός. Βλέπεις… ὅταν ἤσουν πολύ μικρός, εἶχες ἕνα σοβαρό ἀτύχημα κι ἔχασες τό μάτι σου. Δέν θά μποροῦσα νά σέ βλέπω νά μεγαλώνεις μέ ἕνα μάτι. Ἔτσι σοῦ ἔδωσα τό δικό μου. Ἤμουν τόσο ὑπερήφανη πού ὁ γιός μου θά ἔβλεπε τόν κόσμο μέ τή δική μου βοήθεια, μέ τό δικό μου μάτι… Ἔχεις πάντα ὅλη τήν ἀγάπη μου».
Ἡ μητέρα σου.

