13. Ὁ Πατέρας καί τό παιδί του
«...Ἕνας πατέρας γυρίζει σπίτι ἀπό τήν ἐργασία ἀργά, κουρασμένος καί ἐκνευρισμένος, γιά νά βρεῖ τόν πεντάχρονο γιό του νά τόν περιμένει στήν πόρτα.
ΓΙΟΣ: «Μπαμπᾶ, μπορῶ νά σέ ρωτήσω κάτι;»
ΠΑΤ: «Ναί βεβαίως, τί εἶναι;»
ΓΙΟΣ: «Μπαμπᾶ, πόσα παίρνεις στή μία ὥρα;»
ΠΑΤ: «Αὐτό δέν εἶναι δική σου δουλειά. Γιατί ρωτᾶς ἕνα τέτοιο πρᾶγμα;» ρώτησε θυμωμένα.
ΓΙΟΣ: «Θέλω ἀκριβῶς νά ξέρω. Παρακαλῶ πές μου, πόσα παίρνεις στή μία ὥρα;»
ΠΑΤ: «Ἐάν πρέπει νά ξέρεις, παίρνω 50 εὐρώ τήν ὥρα».
ΓΙΟΣ: «Ὤχ, ἀπάντησε τό παιδί μέ τό κεφάλι του κάτω, μπαμπᾶ σέ παρακαλῶ μπορεῖς νά μοῦ δανείσεις 25 εὐρώ;»
Ὁ πατέρας ἐξαγριωμένος, «Ἐάν ὁ μόνος λόγος πού ἐσύ ρώτησες εἶναι, ὥστε νά δανειστεῖς κάποια χρήματα γιά νά ἀγοράσεις ἕνα ἀνόητο παιχνίδι ἤ κάποιες ἄλλες ἀηδίες, τότε νά πᾶς κατ' εὐθείαν στό δωμάτιό σου καί στό κρεβάτι σου. Σκέψου, γιατί εἶσαι τόσο ἐγωϊστής. Δέν ἐργάζομαι σκληρά καθημερινά γιά τέτοιες παιδαριώδεις ἐπιπολαιότητες».
*
Τό μικρό παιδί πῆγε ἥσυχα στό δωμάτιό του καί ἔκλεισε τήν πόρτα. Ὁ μπαμπᾶς κάθισε σκεπτόμενος τήν ἐρώτηση τοῦ παιδιοῦ καί νευρίαζε περισσότερο. Πῶς τόλμησε νά ὑποβάλλει τέτοια ἐρώτηση γιά νά πάρει μόνο κάποια χρήματα; Μετά ἀπό μία περίπου ὥρα, ὁ μπαμπᾶς εἶχε ἠρεμήσει καί εἶχε ἀρχίσει νά σκέφτεται: Ἴσως εἶναι κάτι πού πρέπει πραγματικά νά ἀγοράσει ὁ μικρός μέ τά 25 εὐρώ καί δέν ζητάει χρήματα πολύ συχνά.
*
Πῆγε στήν πόρτα τοῦ δωματίου τοῦ παιδιοῦ καί ἄνοιξε τήν πόρτα.
«Κοιμᾶσαι γιέ μου;», ρώτησε.
«Δέν κοιμᾶμαι», ἀπάντησε τό ἀγόρι.
«Σκεφτόμουν, ὅτι ἴσως ἤμουν πάρα πολύ σκληρός μαζί σου νωρίτερα» εἶπε ὁ μπαμπᾶς.
«Ἦταν μία μεγάλη ἡμέρα καί ἔβγαλα τήν κούρασή μου σέ σένα.
«Ἐδῶ εἶναι τά 25 εὐρώ πού μοῦ ζήτησες».
Τό παιδί ἔτρεξε κατ' εὐθεῖαν ἐπάνω του χαμογελῶντας. «Σέ εὐχαριστῶ μπαμπᾶ!» φώναξε. Κατόπιν, πάει στό μαξιλάρι του καί βγάζει ἀπό κάτω κάποια τσαλακωμένα χρήματα. Ὁ πατέρας μόλις βλέπει ὅτι τό παιδί ἔχει ἤδη κάποια χρήματα, ἀρχίζει νά νευριάζει. Τό μικρό παιδί ἀρχίζει νά μετράει σιγά τά χρήματά του, καί κοιτάζει τόν μπαμπᾶ του.
«Γιατί θέλεις περισσότερα χρήματα ἐφόσον ἔχεις ἤδη μερικά;» ὁ πατέρας του γκρινιάζει.
«Ἐπειδή δέν εἶχα ἀρκετά, ἀλλά τώρα ἔχω», τό μικρό παιδί ἀπάντησε.
«Μπαμπᾶ, ἔχω 50 εὐρώ τώρα. Μπορῶ νά ἀγοράσω μία ὥρα τοῦ χρόνου σου;! Σέ παρακαλῶ ἔλα νωρίς αὔριο σπίτι. Θά ἤθελα πολύ νά φᾶμε μαζί». Ὁ πατέρας συντρίφθηκε. Ἀγκάλιασε τόν μικρό γιό του καί ἱκέτευσε γιά τή συγχώρεσή του.

